Το σπίτι του βρίσκεται στην περιοχή του Χίλτον, στον 6ο όροφο μιας καλόγουστης πολυκατοικίας της δεκαετίας του ’80. Ένα σπίτι εργένικο, με αναπαυτικούς καναπέδες, πολλές φωτογραφίες με συναδέλφους, αγαπημένα πρόσωπα και συνάμα ένας χώρος διακοσμημένος με στιλ. Το δικό του στιλ και τη δική του αισθητική. Είναι η πρώτη φορά που τον γνωρίζω από κοντά.

«Ο Κιμούλης είναι ωραίος τύπος. Και ξέρει να μιλάει σωστά τα ελληνικά» μου είχαν πει, κάτι που το διαπίστωσα κι εγώ όση ώρα μιλήσαμε. Και μιλήσαμε αρκετά, χωρίς να σταθούμε αποκλειστικά στο σήμερα, αλλά ξετυλίγοντας το κουβάρι της περιπετειώδους ζωής του, που ξεκίνησε το φθινόπωρο του 1956 στον Πειραιά. «Γεννήθηκα στην Καλλίπολη. Λίγο καιρό ύστερα από τη γέννησή μου, μετακομίσαμε στην Αθήνα, στην οδό Βηλαρά 5, απέναντι από το Εθνικό Θέατρο. Όταν ήμουν μαθητής στην Δ’ τάξη του Δημοτικού, πήγαμε στη Βούλα. Γυμνάσιο ήμουν στη Λεόντειο και ύστερα στη Γαλλική Σχολή στον Πειραιά, όπου τελείωσα το σχολείο. Έχω αλλάξει αρκετά σπίτια και σχολεία» περιγράφει στο People.

«Μεγάλωσα με απόλυτη ελευθερία»

Παιδί νομικών, θυμάται τον εαυτό του να μεγαλώνει με μια ελευθερία κινήσεων. «Και οι δυο μου γονείς ήταν δικηγόροι. Η μητέρα μου μάλιστα ήταν η πρώτη γυναίκα που μπήκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Σπουδαία νομικός. Από την άλλη, ο πατέρας μου ήταν ένας αρκετά ταλαιπωρημένος άνθρωπος. Είχε ζήσει πολλά χρόνια στην εξορία. Ήταν πολύ μεγάλος σε ηλικία όταν με έκανε, πάνω από 60. Γι’ αυτό δεν θεωρώ πως είχα πατέρα, αλλά έναν πατέρα-παππού. Πέθανε σε ηλικία 105 ετών.

Εκείνον έβλεπα πιο συχνά ως παιδί, διότι η μητέρα μου δούλευε πολύ σκληρά. Μεγάλωσα με απόλυτη ελευθερία. Όταν η μητέρα μου προσπαθούσε να βάλει όρια στην ελευθερία μου, έβρισκα τρόπους να ξεφεύγω. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν μια χαρά. Δεν ήμασταν μια πλούσια οικογένεια, αλλά ούτε και φτωχοί» λέει με ειλικρίνεια. Στέκομαι λίγο στην απόλυτη ελευθερία με την οποία μεγάλωσε και του ζητώ να μου αναλύσει περισσότερο το πώς μεγάλωσε.

«Ο πατέρας μου ήταν πολύ μεγάλος, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει έλεγχος. Ήμουν ατίθασος. Για να σου δώσω να καταλάβεις, όταν πήγαινα στη Δραματική Σχολή, 19 χρόνων, ήμουν το αγαπημένο παιδί του Βασίλη Τσιτσάνη και πήγαινα σχεδόν κάθε νύχτα στο Χάραμα (σ.σ. θρυλικό μαγαζί στο δάσος της Καισαριανής). Θυμάμαι ότι με περίμενε στην κουζίνα. Παράγγελνε δυο φιλέτα, ένα για εκείνον, ένα για εμένα, και μου έλεγε ιστορίες. Όταν άρχιζε το πρόγραμμα, χωνόμουν σε ένα τραπέζι φίλων. Όπου έβρισκα».

«Όταν οι γονείς μου χώρισαν, βρήκα την ευκαιρία να το σκάσω από το σπίτι»

Θέλοντας να φτάσουμε στο σημείο που αποφασίζει να γίνει ηθοποιός, του ζητώ να γυρίσουμε στα μαθητικά του χρόνια. «Ήμουν ένας ασταθής μαθητής. Στα περισσότερα μαθήματα έπαιρνα βαθμούς γύρω στη βάση. Μόνο στα αρχαία και στην έκθεση ήμουν καλός. Αυτό το όφειλα περισσότερο στον καθηγητή που είχα στη Γαλλική Σχολή, τον κύριο Ληξουριώτη, που τον έβλεπα περισσότερο και από τους γονείς μου.

Τον είχα στο σχολείο, στο φροντιστήριο, αλλά και σε ιδιαίτερα μαθήματα που έκανα. Επειδή υπήρχαν ήδη δύο δικηγορικά γραφεία έτοιμα, ετοιμαζόμουν να δώσω εξετάσεις στη Νομική Σχολή Αθηνών. Όταν, όμως, ήμουν στην Ε’ Γυμνασίου, οι γονείς μου χώρισαν και βρήκα ευκαιρία να το σκάσω από το σπίτι. Τις δυο τελευταίες τάξεις του γυμνασίου τις τέλειωσα μόνος μου σε άλλο σπίτι.

Κι αυτό γιατί επένδυσα στις ενοχές των γονιών μου. Έμενα μόνος στον Πειραιά, σε ένα σπίτι που είχε νοικιάσει η μητέρα μου από μια φίλη της. Παράλληλα τα βράδια δούλευα για να έχω έξτρα χαρτζιλίκι – ντελίβερι αλλά και σερβιτόρος σε πιτσαρία» εξηγεί. Ωστόσο, δεν διστάζει να παραδεχτεί πως αυτά ήταν και δύο επικίνδυνα χρόνια, γεμάτα με έντονες στιγμές και με πολλή αλητεία. «Η βία ήταν πολύ έντονη.

Η μπουνιά ήταν σαν να έλεγες “καλημέρα” στον δρόμο. Και επειδή είχα μια καλοαναθρεμμένη κάπως φυσιογνωμία, έπρεπε να παίζω τρεις φορές παραπάνω ξύλο από τους άλλους. Το ότι γλίτωσα οφείλεται στο θέατρο, αλλά και στην πολιτική ένταξή μου στον χώρο της Αριστεράς» αρκείται να πει. Τελειώνοντας τη Γαλλική Σχολή στον Πειραιά, αποφασίζει να αφήσει τελικά τα έδρανα της Νομικής για το θέατρο. Η αφορμή; Για τα μάτια μιας κοπέλας…

«Δεν είχα δει θέατρο στη ζωή μου. Έπαιζα μπάσκετ στη Γλυφάδα και στον Πειραϊκό. Δεν ήμουν, όμως, καλός μπασκετμπολίστας. Μετρούσα βίδες στον πάγκο. Κάποια στιγμή, όμως, μια κοπέλα με την οποία έβγαινα τότε με εγκατέλειψε για έναν ηθοποιό. Έψαχνα να τον βρω για να δω πώς ήταν αυτός και έτσι είδα θέατρο για πρώτη φορά στη ζωή μου. Τελικά, μου είχαν δώσει λάθος πληροφορία κι αυτός δεν έπαιζε στη συγκεκριμένη παράσταση. Εγώ όμως είδα μπροστά μου το θαύμα. Το έργο ήταν ο Κάσπαρ του Peter Handke.

Ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο. Δεν πρέπει να καταλάβαινα και πολλά πράγματα απ’ αυτό, αλλά κάτι έπαθα. Ξέχασα και τη φίλη που είχα χάσει και αυτόν που έψαχνα και είπα: “Αυτό που βλέπω θέλω να το κάνω κι εγώ”». Από εκείνο κιόλας το βράδυ αποφασίζει να μη δώσει εξετάσεις στη Νομική.

«Την επόμενη μέρα, πήγα στο σπίτι του πατέρα μου, που τότε έμενε με τον μικρότερό μου αδελφό, για να του το πω. Είχε μόλις ξυπνήσει και όταν του το ανακοίνωσα, έδειξε σαν να μη με πολυπίστευε. Μου απάντησε απλώς ένα “καλά καλά”. Αυτό, όμως, το “καλά καλά” το εισέπραξα ως θετική απάντηση κι έτσι έδωσα εξετάσεις για τη Δραματική Σχολή. Η μητέρα μου έγινε έξαλλη όταν το έμαθε, αλλά με την πάροδο του χρόνου τα βρήκαμε. Έγινε η μεγαλύτερη θαυμάστριά μου. Με στήριζε με ό,τι είχε και δεν είχε, μέχρι που έφυγε απ’ τη ζωή».

«Έχουν γραφτεί άπειρες ανακρίβειες για μένα»

Θα περάσει από όλες τις δραματικές σχολές. «Ήταν επτά τον αριθμό το 1973. Τσακωνόμουν με τους δασκάλους και έφευγα. Σαν άτομο, δεν υπήρχε περίπτωση να ενταχθώ εύκολα κάπου. Τελικά, τελείωσα την Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης Βεάκη. Εκείνη την περίοδο γνώρισα και τον Βασίλη Τσιτσάνη, όπως ανέφερα προηγουμένως. Αισθανόμουν πως ο Τσιτσάνης ήταν ένας πολύ κοντά μακρινός μου άνθρωπος. Είχε ένα περίεργο βλέμμα, σχεδόν αφηρημένο, αν και δεν ήταν καθόλου αφηρημένος. Ήταν συνεχώς παρών, απλώς δεν ήθελε να σε αγχώνει με την παρουσία του. Πολύ ευγενής άνθρωπος και πολύ σημαντικός στη ζωή μου. Έμαθα πολλά πράγματα από εκείνον» μοιράζεται μαζί μας ο ηθοποιός.

Ακούγοντάς τον να μου αφηγείται αποσπασματικά στιγμές από τη ζωή του, αναρωτιέμαι αν οι άνθρωποι που συνάντησε τον καθόρισαν και έπαιξαν ρόλο για τις επιλογές στη μετέπειτα ζωή του. «Η ατμόσφαιρα ήταν αυτή που με γοήτευε, αλλά και το γεγονός ότι η δημοσιότητα που είχαν κάποιοι άνθρωποι που γνώρισα δεν τους καθιστούσε απόμακρους απέναντί μου».

Το 1986, και σε ηλικία μόλις 29 ετών, ιδρύει τη δική του θεατρική ομάδα, το Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας, ένα δύσκολο εγχείρημα για την εποχή. «Αρκετοί τότε μιλούσαν αρνητικά για μένα. Υπήρχε ένας επιθετικός προσδιορισμός. Με θεωρούσαν επηρμένο. Στην ουσία δεν μπορούσαν να δεχτούν το πώς τόλμησα να κάνω δικό μου θίασο τόσο μικρός». Έχουν περάσει σαράντα τρία ολόκληρα χρόνια από την πρώτη του θεατρική παράσταση ως επαγγελματία ηθοποιού και σκέφτομαι αν έχουν γραφτεί ανακρίβειες για εκείνον.

«Έχουν γραφτεί άπειρες ανακρίβειες για μένα. Και έχω αντιδράσει με όλους τους τρόπους. Έχω τσακωθεί άσχημα με αρκετούς παπαράτσι που ήθελαν να με βγάλουν φωτογραφία παρά τη θέλησή μου. Κάποια στιγμή, έφτασα να σνομπάρω επιδεικτικά ό,τι είχε να κάνει με τη δημοσιότητα. Από ένα σημείο και μετά, όμως, κατάλαβα πως δεν μπορείς να κάνεις κάτι».

«Λόγω συνθηκών έκανα περισσότερο θέατρο»

Σε επαγγελματικό επίπεδο, έχει κάνει εκπληκτικές δουλειές στο θέατρο, ενώ οι συνεργασίες του σε τηλεόραση και κινηματογράφο ήταν πάντα επιλεκτικές, αν αναλογιστεί κανείς τα χρόνια που μετρά ως ηθοποιός. «Βαριόμουν αφόρητα να σηκώνομαι και να πηγαίνω σε γύρισμα νωρίς το πρωί. Λόγω συνθηκών έκανα περισσότερο θέατρο.

Μην ξεχνάς πως ανήκω σε μια γενιά που θυμάται τον πάγο που έφερνε ο παγοπώλης για να τον βάλουμε στο ψυγείο και τώρα κάνει update στο Μac της. Καταλαβαίνεις τι πολιτισμικό σοκ είναι αυτό. Παρεμπιπτόντως, ήμουν από τους πρώτους που είχαν laptop. Έχω μια αρκετά καλή σχέση με την τεχνολογία. Και γνωρίζω να χειρίζομαι πολλά προγράμματα που έχουν σχέση με μια θεατρική παραγωγή. Η πρόφαση για να ασχοληθώ με αυτά ήταν το επάγγελμά μου, αλλά ουσιαστικά το έκανα για να καλύψω τη μοναξιά μου, ίσως, δεν αποκλείεται, και για να αποφεύγω να μένω μόνος με τον εαυτό μου.

Για πάρα πολλά χρόνια ήμουν workaholic και ασχολούμουν 24 ώρες το 24ωρο με το θέατρο. Δεν αισθανόμουν, όμως, πως δουλεύω, γιατί δεν δούλευα. Παρήγαγα έργο. Πήγαινα στο θέατρο και έφευγα ύστερα από 48 ώρες. Τους ηθοποιούς που σκηνοθετώ τους λέω να μου πουν εκείνοι πότε θέλουν διάλειμμα. Δεν καταλαβαίνω τον χρόνο που περνά». Οι μαθητές του υποστηρίζουν πως είναι ένας υπέροχος και συνάμα γοητευτικός δάσκαλος, κάτι που διαπιστώνω κι εγώ όση ώρα μιλάμε, καθώς έχω απέναντί μου έναν πραγματικά  γοητευτικό συνομιλητή που δεν θέλεις να τελειώσει η κουβέντα μαζί του.

«Είμαι χαμαιλέοντας. “Σκανάρω” γρήγορα τον άλλο και βλέπω τις διαθέσεις του και πώς θέλει να τον αντιμετωπίσω, γι’ αυτό και με βλέπεις έτσι» λέει γελώντας. «Σαφώς και έχω κάνει λάθος εκτιμήσεις, αλλά τις περισσότερες φορές πέφτω μέσα».

«Από τότε που γεννήθηκε η κόρη μου άλλαξαν όλα»

Το 1995 έρχεται αντιμέτωπος με έναν νέο ρόλο στη ζωή του, εκείνον του πατέρα. Ήταν η πατρότητα κάτι που τον απασχολούσε; «Έγινα πατέρας στα 39 μου. Όταν συναποφασίζεις να κάνεις ένα παιδί, πρέπει να γνωρίζεις πολύ καλά τον άνθρωπο με τον οποίο θα γίνετε γονείς. Συνήθως κάνουν παιδιά επειδή ερωτεύονται το άλλο πρόσωπο. Κατά την άποψή μου, πρέπει να κάνεις παιδιά με εκείνον που πιστεύεις πως θα είναι καλός πατέρας ή με εκείνη που πιστεύεις πως θα είναι καλή μητέρα. Όταν γεννήθηκε το παιδί μου, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν πως το μέλλον μου έχει πρόσωπο. Από τότε που γεννήθηκε άλλαξαν όλα.

Αυξήθηκαν ορισμένες φοβίες που είχα, όπως το να μπαίνω σε αεροπλάνο, και σταμάτησα να κάνω οτιδήποτε επικίνδυνο έκανα στο παρελθόν. Και όλα αυτά σταμάτησαν αυτόματα, χωρίς να το προσπαθήσω». Τώρα που η Μαριάννα είναι πλέον 25 ετών, θεωρεί πως ήταν καλός πατέρας; «Δεν μπορώ να σ’ το πω εγώ αυτό. Αντιθέτως, μπορώ να σου πω ότι αν μεγάλωνα μόνος μου την κόρη μου, δεν ξέρω αν θα ήταν τόσο ισορροπημένο παιδί όσο είναι τώρα. Υπήρχε μια ισορροπία στην ανατροφή της. Έχει μια πολύ καλή μάνα».

Πέρα από τη σχέση πατέρα – κόρης, ο ηθοποιός εξομολογείται πως είναι και φίλοι μεταξύ τους, ενώ δηλώνει χαρούμενος που ασχολείται με την υποκριτική. «Θα μιλήσουμε σχεδόν σε καθημερινή βάση και είμαι πάντα δίπλα της σε ό,τι θελήσει» προσθέτει. Μόλις τον ρωτάω αν είναι ευτυχισμένος με όσα έχει ζήσει, η απάντησή του είναι σαφής: «Σε αυτή τη ζωή θεωρώ πως δεν ερχόμαστε να ευτυχήσουμε ή να δυστυχήσουμε, αλλά για να ζήσουμε. Έχω ζήσει έντονα, με καλές και κακές στιγμές». Τη σχέση του με τα χρήματα θα τη χαρακτήριζε ακραία αδιάφορη.

«Τη δεκαετία 1990-2000 είχα από τις δουλειές μου έναν τεράστιο τζίρο.  Το 2005 είχα ένα τεράστιο χρέος. Τι έφταιξε; Μάλλον το ότι  έχτισα ένα δικό μου θέατρο ιδίοις εξόδοις. Δεν έχω πάρει ποτέ ούτε μία δραχμή, ούτε ένα ευρώ από το κράτος» τονίζει στο People. Μολονότι έχει μεγαλώσει, εξακολουθεί να εργάζεται ατελείωτες ώρες.

«Πλέον εργάζομαι με τον δεκαπλάσιο κόπο, αλλά και με λιγότερο πάθος. Η ηλικία στερεί το πάθος. Είναι, όμως, φυσικό. Πέρα από το θέατρο, μου αρέσει να κάνω ταξίδια» τονίζει. Το θέατρο στην Ελλάδα είναι καλό; Γίνονται αξιόλογες παραστάσεις;

«Υπάρχουν πολλοί ταλαντούχοι άνθρωποι. Αυτό που ίσως με ανησυχεί λίγο είναι η μόδα που άρχισε να επικρατεί από το 2000 και μετά. Έχει ανέλθει στον θώκο της θεατρικής εξουσίας μια ομάδα ανθρώπων που πιστεύουν ότι ο σκηνοθέτης είναι ο αρχηγός των πάντων. Λες και αυτός είναι ο μοναδικός καλλιτέχνης της θεατρικής πράξης. Και ακούς νέους ηθοποιούς να σου λένε, όταν τους ζητήσεις να σου πουν τον λόγο που συμμετέχουν σε μια παράσταση, “Γιατί το σκηνοθετεί ο τάδε” και αν επιμείνεις στην ερώτηση, δεν έχουν απάντηση. Δεν θα σου μιλήσουν για το έργο, το κείμενο και τα ερωτήματα που θέτει στον κόσμο.

Πιστεύω πως θα αλλάξει κάποτε αυτό. Είμαστε χώρα ηθοποιών, είτε αρέσει αυτό είτε δεν αρέσει. Ένα άλλο πρόβλημα που παρατηρώ κάποιες φορές είναι μια συγκρατημένη σκηνική συμπεριφορά. Υπάρχει μια απόσταση από τα δρώμενα στην υποκριτική τους. Ένα είδος μη συμμετοχής. Για μένα δεν υπάρχει χειρότερη στάση από αυτήν. Ζούμε σε μια κοινωνία που η μη συμμετοχή είναι το ζητούμενο για το σύστημα. Και το να παίρνεις εσύ τη μη συμμετοχή και να την κάνεις έργο τέχνης είναι απαράδεκτο. Επιμένω πως το θέατρο χρειάζεται μια στροφή προς τον ρεαλισμό. Στην απόλυτη συμμετοχή».

Φωτογραφίες: Νίκος Μαλιάκος

Πηγή: People

Instafeed