Ερμηνεύει τον ρόλο του «Κωνσταντή» στο σίριαλ «Άγριες Μέλισσες» του Ant1, που έχει έχει ήδη ξεχωρίσει στη φετινή τηλεοπτική σεζόν. Προηγουμένως, τον είχαμε γνωρίσει ως «Αλέξη» στο «Μπρούσκο», ενώ έχει συμμετάσχει σε πολλές θεατρικές παραστάσεις ( Φονική παγίδα (Deathtrap) (2017), Εκκλησιάζουσες (2018), Ο Γλάρος (2018), Αγγελική (2016),  Λωξάντρα (2019) κ.α.).

Ο Γιάννης Κουκουράκης πριν από ένα περίπου χρόνο μιλούσε το περιοδικό People και τη Γωγώ Θωμά για τα παιδικά του χρόνια στην Κρήτη, το διαζύγιο των γονιών του, τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα, τις σπουδές του, την υποκριτική και το μόντελινγκ. 

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη:

Είναι ξανθός, με ύψος 1,92 μ. και γυμνασμένο σώμα – χάρη στην κολύμβηση που κάνει από παιδί και στη γυμναστική που είναι τρόπος ζωής για εκείνον. Δηλώνει χίπης στην ψυχή, του αρέσει να περπατάει μόνος του στη θάλασσα, να ξυπνάει νωρίς για να μη χάνει την ημέρα του, είναι φυσιολάτρης και θεωρεί τα ταξίδια επένδυση. Η εμφάνισή του σίγουρα παραπέμπει σε Καλιφορνέζο σέρφερ, όπως του επισήμανα όταν καθίσαμε στο καφέ που τον συνάντησα στη γειτονιά του, στου Ζωγράφου. «Όταν μαυρίζω, όλοι μου μιλάνε στα αγγλικά. Αν και λένε ότι οι Κρητικοί παλιά ήταν ξανθοί», μου λέει γελώντας.

Ο 34χρονος ηθοποιός γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Χανιά. Η μητέρα του είναι από τα Σφακιά και ο πατέρας του από ένα μικρό χωριό, τα Βασιλιανά. Ωστόσο, μεγάλωσε στον Ταυρωνίτη, λίγο μετά τον Πλατανιά, όπου βρίσκεται το σπίτι του πατέρα του. «Είμαι ευγνώμων για όσα έζησα ως παιδί. Ήταν όλα πιο αθώα. Γύρω από το σχολείο υπήρχαν χωράφια με τριφύλλια. Μια μέρα γέμισε ο χώρος με εκατομμύρια κάμπιες και δεν μπορούσες να πατήσεις χωρίς να σκοτώσεις κάποια. Όταν έβρεχε, κάναμε κοπάνα και μαζεύαμε σαλιγκάρια. Θυμάμαι με τους συμμαθητές μου τρεις φορές κλείσαμε το σχολείο για να κάνουμε γιορτή. Αγοράζαμε όλοι μαζί ένα αρνί, το δίναμε στο φούρνο του χωριού και όταν ήταν έτοιμο το κρέας, πηγαίναμε με ένα αγροτικό το παίρναμε και το πηγαίναμε στο σχολείο. Ο καθένας μας έφερνε κάτι από το σπίτι του και μαζί με τους καθηγητές κάναμε ένα μεγάλο τραπέζι. Βέβαια είχαμε και τις δυσκολίες μας» λέει.

Περιγράφει με τόση νοσταλγία τη ζωή του στην Κρήτη που αναρωτιέμαι αν ονειρεύεται να επιστρέψει μόνιμα εκεί. «Δεν το αποκλείω. Κάθε φορά που πάω στα Χανιά ηρεμώ. Έχω πολλούς φίλους που είναι σαν οικογένεια. Οι ρυθμοί δεν είναι τόσο αγχωτικοί. Μπορεί να έχεις τον ίδιο όγκο εργασίας αλλά έχεις περισσότερο χρόνο. Δεν σημαίνει ότι η επαρχία είναι η Γη της Επαγγελίας. Ο κόσμος έχει στρες. Όμως κάθε φορά που πιέζεσαι κάνεις μια βόλτα και βλέπεις μπλε, θάλασσα και ουρανό. Βουτάς στη θάλασσα. Νομίζω πως μόνο στην Αθήνα και στα Χανιά μπορώ να ζήσω» καταλήγει.

Η οικογένειά του βρίσκεται σύσσωμη στα Χανιά. «Έχω τρία μικρότερα αδέρφια, δύο αγόρια και ένα κορίτσι. Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν 2,5 ετών. Ξαναπαντρεύτηκαν και οι δυο. Από το δεύτερο γάμο του πατέρα μου έχω τον Αλέξανδρο και τον Γρηγόρη και από το δεύτερο γάμο της μαμάς μου έχω τη Φραντζέσκα» λέει συστήνοντας τη μεγάλη οικογένειά του. «Δεν θυμάμαι τους γονείς μου μαζί. Ήμουν πολύ μικρός. Δεν βίωσα το διαζύγιο ως κάτι τραγικό. Ζεις με το δεδομένο που έχεις. Ο χωρισμός των γονιών μου με έκανε να έχω μια πιο φιλελεύθερη, μη ελληνική εικόνα για το μοτίβο της οικογένειας».

«Έχω μάθει να ζω μία down to earth ζωή»

Η πρώτη φορά που έφυγε από τα Χανιά ήταν στα 3 του χρόνια. Για έξι χρόνια περίπου έμενε μαζί με τη μητέρα του στο Περιστέρι. «Πήγα σχολείο εκεί μέχρι την τετάρτη δημοτικού. Οι μνήμες μου από εκείνη την περίοδο είναι χλιαρές. Λίγους φίλους, κολυμβητήριο, ένα κορίτσι, τη Σοφία, που είχα ερωτευτεί… Επιστρέψαμε στα Χανιά και ήρθα ξανά στην Αθήνα στα 18 μου για να σπουδάσω, ξένος πια. Και μόνος μου».

Υπήρξε καλός μαθητής και πολύ ήσυχος. «Ήμουν φλώρος, αθόρυβο παιδί», όπως λέει γελώντας. Πέρασε στο Πανεπιστήμιο Πειραιά στο τμήμα Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στα τέσσερα χρόνια. «Το καλοκαίρι δούλευα στην ταβέρνα του πατέρα μου στα Χανιά. Δεν ένιωσα ότι πιέζομαι ποτέ. Δεν στερήθηκα βόλτες, φιλίες, έρωτες, ξενύχτια ή ποτά. Ξεσάλωσα στο σημείο που επιτρέπω στον εαυτό μου».

Μόλις πήρε το πτυχίο του αποφάσισε να δώσει εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο. «Δεν είχα ερεθίσματα από το περιβάλλον μου, αν και τελευταία ανακαλύπτω πως αν έχω πάρει μια καλλιτεχνική φλέβα, για αυτό ευθύνεται η μητέρα μου, η οποία έχει ταλέντο στη ζωγραφική. Ο πατέρας μου έχει ελιές και ταβέρνα. Δούλευα στις ελιές το χειμώνα και τα καλοκαίρια στην ταβέρνα. Έχω μάθει από μικρός να ζω μια down to earth ζωή, να πληρώνομαι για την εργασία μου, να μη θεωρώ τίποτα δεδομένο. Ακόμα και όταν ήμουν φοιτητής, επέλεξα να δουλεύω για να μην επιβαρύνω τους δικούς μου», τονίζει.

Παράλληλα με την υποκριτική αποφάσισε να ξεκινήσει και το μόντελινγκ για να αντεπεξέλθει στα έξοδά του. «Είχα την ωριμότητα να μην μπλέκω το ένα με το άλλο. Στη σχολή ήταν ακόμα κατακριτέο να είναι ένας ηθοποιός και μοντέλο. Μάλιστα, επανέλαβα το πρώτο έτος εξαιτίας αυτού, με τη δικαιολογία ότι δεν ήμουν αρκετά συνεπής στις σπουδές μου. Είχε γίνει συμβούλιο να με αποβάλουν, με κάλεσαν και τους είπα ότι “δεν έχω άλλους πόρους και ότι το προτιμώ από το να δουλεύω νύχτα”. Τότε ακόμα και τα καθημερινά σίριαλ ήταν ταμπού. Μετά το 2007 αυτοί που τα έκραζαν έπαιξαν πρώτοι σε αυτά» λέει. Δεν έχει εισπράξει αμφισβήτηση για το ταλέντο του εξαιτίας της εντυπωσιακής του εμφάνισης, παρά μόνο μία φορά, σε μια ακρόαση. «Μου είπαν “ωραίος είσαι, τα λες κιόλας;”. Τελικά με πήραν, αν και στο τέλος αρνήθηκα την πρόταση», θυμάται γελώντας.

Ο Γιάννης δεν αγαπά μόνο την υποκριτική. Γράφει σενάρια και σκηνοθετεί – μόλις τελείωσε τη συγγραφή του τέταρτου έργου του. Μέχρι σήμερα έχει ανεβάσει τρεις δικές του παραστάσεις, το Εις Μνήμην, τον Πύργο και το Φυτό στη γενέτειρά του, τα Χανιά. «Τα πιο ωραία πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου είναι αυτά που δεν έχω σκεφτεί πάνω από πέντε λεπτά. Έτσι έγινε και με το Εις Μνήμην, που το έγραψα με μια ανάσα και το ανέβασα χωρίς δεύτερη σκέψη. Το feedback που πήρα ήταν πολύ καλύτερο από αυτό που περίμενα. Στις παραστάσεις έπαιξαν Χανιώτες ηθοποιοί. Μου αρέσει να στηρίζω τον τόπο μου. Σκέφτομαι να ανεβάσω τις παραστάσεις και στην Αθήνα» μου λέει.

Ένας από τους μεγάλους στόχους του είναι ο κινηματογράφος. «Έχω συμμετάσχει σε δύο ταινίες: Η Γυναίκα Είναι… Σκληρός Άνθρωπος και το Γάλα – στο οποίο μπορεί να κόπηκαν οι σκηνές που έπαιξα, αλλά πήρα την εμπειρία. Πάνω απ’ όλα, θέλω να κάνω κινηματογράφο και μετά όλα τα άλλα» τονίζει.

«Θα πήγαινα στο Survivor»

Η πρώτη συμμετοχή του στην τηλεόραση ήταν στο σίριαλ του Mega Χαρά Αγνοείται, στο ευρύ κοινό έγινε γνωστός ως Αλέξης μέσα από το Μπρούσκο του AΝΤ1, ενώ φέτος έκανε guest εμφάνιση στην σειρά Κάτι Χωρισμένα Παλικάρια. «Την τηλεόραση την αγαπώ και ως συσκευή και ως ιδέα. Απλά την έχω αντικαταστήσει με το λάπτοπ μου, τα βλέπω όλα από εκεί τις ώρες που μπορώ».

Ένα από τα δυνατά χαρτιά στην τηλεόραση είναι τα ριάλιτι. «Δεν είμαι κατά, γιατί ζούμε σε μια περίοδο που δύσκολα μπορεί κάποιος να αναδειχτεί αλλιώς. Όταν βγεις από ένα ριάλιτι για τραγουδιστές, είσαι τραγουδιστής, από ριάλιτι μοντέλων είσαι μοντέλο. Το να βγαίνουν κάποιοι απλά από ένα ριάλιτι και να τους βλέπεις να έχουν εκπομπές χωρίς να έχουν τις ανάλογες γνώσεις για αυτό, δεν το καταλαβαίνω. Θα με ενοχλήσει, λοιπόν, αν ένας παίκτης ριάλιτι θα μου πάρει το ρόλο. Είναι διαφορετικό να μπεις σε ένα ριάλιτι γιατί δεν έχεις άλλο τρόπο να δείξεις τις ικανότητές σου κι άλλο γιατί θέλεις να γίνεις εξώφυλλο σε ένα περιοδικό. Θεμιτό, αλλά διαφορετικό» λέει.

Ωστόσο, αν του γινόταν πρόταση να πάει στο Survivor, ίσως απαντούσε καταφατικά. «Θα πήγαινα καθαρά για να ζήσω σε ένα τέτοιο μέρος χωρίς να πληρώσω! Απαλλαγμένος από το άγχος της νίκης. Όχι για να γίνω αναγνωρίσιμος, ούτε για να μου ανοίξουν πόρτες ή να κερδίσω το χρηματικό έπαθλο. Για την εμπειρία».

«Τα στερεότυπα δεν με αφορούν καθόλου»

«Είμαι από τους ανθρώπους που τους φίλους, την οικογένεια και τα ερωτικά τα κρατάνε κεκλεισμένων των θυρών», μου λέει όταν τον ρωτώ για την προσωπική του ζωή.

Όπως έχει εξηγήσει, συνήθως δεν παίρνει σοβαρά τα όσα γράφονται για την προσωπική του ζωή και δεν συζητάει για τέτοια θέματα, παρά μόνο με πολύ καλούς του φίλους.

Και η σχέση του με τις γυναίκες; Τι είδους κοπέλες τον ελκύουν;

«Αυτό που με γοητεύει σε μια γυναίκα είναι να τη θαυμάζω. Όχι μόνο εξωτερικά αλλά και εγκεφαλικά. Από μια ηλικία και μετά όλα είναι στο μυαλό. Θαυμάζω το να σε καταλαβαίνει ο άλλος – ειδικά με την έλλειψη σταθερότητας που έχω στη δουλειά μου, χρειάζομαι ένα αντίβαρο». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι επιλέγει για συντρόφους του γυναίκες από το χώρο του.

«Συνήθως επιλέγω το αντίθετο. Είναι σαν να σου πέφτει το τζακ ποτ όταν κάποια δεν είναι του χώρου σου, αλλά σε κατανοεί και σε αποδέχεται».
Για τον Γιάννη, ο γάμος ως θεσμός δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. «Η οικογένεια για μένα είναι σεβασμός, αμοιβαία αγάπη και υποστήριξη. Τα στερεότυπα δεν με αφορούν καθόλου. Μπαμπάς θέλω να γίνω. Θα ήθελα να γίνει σύντομα. Νιώθω έτοιμος και δεν θα φοβόμουν ένα τέτοιο βήμα».

 

Φωτογραφίες: Στέφανος Παπαδόπουλος