«Ποιος είναι ο Πολυτιμότερος Παίκτης;» ρώτησε ο ένας θρύλος (Charles Barkley) τον άλλο (Shaquille O’ Neal) στην τηλεοπτική εκπομπή Inside Τhe NBA. «Giannis» ήταν η απάντηση, στην οποία συμφώνησαν και οι δύο. Ήταν 29 Νοεμβρίου 2018. Δύο πολύπειροι αθλητές που άφηναν το αποτύπωμά τους μιλούσαν ξεκάθαρα για αυτό που σκέφτονταν πολλοί ένθερμοι θαυμαστές του αθλήματος. Το παλικάρι που δεν είχε παίξει ποτέ στη ζωή του σε κορυφαίο επίπεδο και βρέθηκε στα 18 του, μόνος του, σε έναν καινούριο και απαιτητικό κόσμο, έδειχνε πως διέθετε το μέταλλο, το χάρισμα, την επιμονή και το ταλέντο να αναδειχτεί κορυφαίος παίκτης του αθλήματος.

Άρα μόνο έκπληξη δεν ήταν η επιλογή του ως αρχηγού της ομάδας της Ανατολής στο All Star Game του 2019, αφού βγήκε πρώτος σε όλες τις ψηφοφορίες: Κοινού, παικτών και media. Η πόλη του, το Μιλγουόκι, θυμήθηκε έπειτα από χρόνια την αίσθηση να είναι η πρωτεύουσα του παγκόσμιου μπάσκετ – έστω και για λίγους μήνες. O Greek Freak οδηγούσε τους Bucks σε μια φρενήρη σεζόν, που την ολοκλήρωσαν με το καλύτερο ρεκόρ (έχοντας 60 νίκες και 22 ήττες), ενώ έφτασαν μια ανάσα από το να διεκδικήσουν τον τίτλο.

Η λατρεία των Αμερικανών στο παιδί που μεγάλωσε βοηθώντας την οικογένειά του να επιβιώσει –πουλώντας γυαλιά και cd– δεν μπορεί να μετρηθεί, αλλά υπάρχουν κάποια ευρήματα που τη φανερώνουν. Όπως, για παράδειγμα, τα ονόματα που δίνουν στα παιδιά τους. Το 2015 υπήρχαν πέντε Αμερικανοί πολίτες με το όνομα Giannis, ενώ τρία χρόνια έπειτα το Giannis συναντάται σε 61 (αύξηση 662%), σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας USA Today.

1158106226

Σε μια χώρα που ιδρύθηκε από τον κόπο και τον ιδρώτα των μεταναστών, ο Γιάννης δεν θα μπορούσε να νιώθει ξένος. Οι ιστορίες που διηγούνται με υπερηφάνεια οι κάτοικοι των ΗΠΑ αντανακλώνται στο πρόσωπο του παιδιού που γεννήθηκε στα Σεπόλια από Νιγηριανούς γονείς. Όταν διηγήθηκε ο ίδιος την ιστορία του στην εμβληματική εκπομπή της αμερικανικής τηλεόρασης, τη 60 Minutes, τα νούμερα τηλεθέασης ξεπέρασαν και εκείνα του Προέδρου των ΗΠΑ Barack Obama στην αντίστοιχη εμφάνισή του. Η επιρροή που έχει ο Γιάννης ξεπερνά τα στενά όρια των φανατικών μπασκετικών τηλεθεατών, απλώνεται και πέρα από την αμερικανική επικράτεια. Το χαμόγελό του, η ταπεινότητά του, το ντροπαλό του βλέμμα εκτός παρκέ τον κάνουν αμέσως αγαπητό. Είναι ένας από εμάς, που έγινε ένα παράδειγμα για εμάς.

Αυτό δεν θα μπορούσε να διαφύγει την προσοχή ενός τεράστιου οργανισμού, όπως είναι αυτός του ΝΒΑ. Ο Γιάννης είναι ένα προϊόν που «πουλάει» και γι’ αυτό είναι τοποθετημένος στη βιτρίνα. Είναι το «πρόσωπο» του καλύτερου Πρωταθλήματος του κόσμου, αλλά και ο εκπρόσωπος μερικών από των κορυφαίων brands διεθνώς, όπως η ΝΙΚΕ, με την οποία έχει 5ετές συμβόλαιο, που τρέχει από το 2016 και θα του αποφέρει το αστρονομικό ποσό των 100 εκατ. δολαρίων. Όχι κι άσχημα για ένα παιδί που παρακολουθούσε πριν από μια δεκαετία τους μπασκετικούς του ήρωες σε Internet café και πλήρωνε ένα ευρώ για μισή ώρα – η σκέψη να υπάρχουν συνδρομητικά κανάλια, τότε, στο σπίτι του θα ήταν απλώς αστεία.

Πλέον, ο Γιάννης φιγουράρει ακόμη και στις λίστες του Forbes με τους πλουσιότερους αθλητές του κόσμου, όπου συναντάται στην 23η θέση, με το φετινό του εισόδημα να ανέρχεται σε 43 εκατ. δολάρια (τα 23 εκατ. είναι από το συμβόλαιό του με τους Bucks).

Κάπου στα Σεπόλια, κάπου στο 2011

«Η πρώτη φορά που κάποιος μου μίλησε για τον Γιάννη ήταν ο Γιώργος Πάνου, συνεργάτης μου στην Ελλάδα. Μου είπε πως βρήκε έναν αθλητή του οποίου η νοοτροπία ταιριάζει σε παίκτη του ΝΒΑ» θυμάται ο μάνατζέρ του στις ΗΠΑ, Alex Saratsis, σε ένα αφιέρωμα με τον τίτλο Finding Giannis. Ο Γιάννης διηγείται σε κινηματογραφικούς χρόνους «Ήμουν 16, με πήγε για φαγητό και μου είπε: “Κοίτα, σε ενάμιση χρόνο από τώρα θα γίνεις Draft και θα παίξεις στο ΝΒΑ. Εκείνη την εποχή κέρδιζα 200 ευρώ τον μήνα και προσπαθούσα να βοηθήσω την οικογένειά μου. Η πρώτη μου αντίδραση στα λεγόμενά του ήταν “Μπα, δεν νομίζω. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί”».

Τα παιδιά είναι ονειροπόλα όταν η οικονομική κατάσταση της οικογένειά τους το επιτρέπει. Τα όνειρα του Γιάννη κόβονταν απότομα κάθε πρωί, όταν έπρεπε να πάει για δουλειά. «Ήταν δύσκολα, δεν είχαμε πολλά χρήματα, αλλά είχαμε πολλή ευτυχία. Γι’ αυτό δεν ήμασταν φτωχοί από άποψη ευτυχίας. Όταν είχαμε προβλήματα επιβίωσης παλιά, ήμασταν όλοι μαζί σε ένα δωμάτιο. Στο ίδιο δωμάτιο και περνούσαμε καλά. Χαμογελούσαμε. Οι δυσκολίες με έκαναν πιο δυνατό, σίγουρα. Πουλούσαμε γυαλιά, ρολόγια, CD, DVD. Ήμουν ο καλύτερος πωλητής. Ήμουν επίμονος, δεν τα παρατούσα. Τους έκανα συνέχεια ερωτήσεις. Και ήμουν συμπαθητικός. Ήμουν μικρός. Ακόμη είμαι το ίδιο επίμονος. Θα συνεχίσω να κάνω κάτι μέχρι να το κάνω σωστά» είχε περιγράψει καλεσμένος της εκπομπής 60 Minutes.

Το πιο παράδοξο όλων, τουλάχιστον τώρα που είμαστε μετά Χριστόν προφήτες, είναι πως ο πιτσιρικάς Γιάννης δεν τρελαινόταν για το μπάσκετ. Προτιμούσε να κλωτσά την μπάλα, όπως ο πατέρας του, από το να την πιάνει στα χέρια του. Είδε κι έπαθε ο Σπύρος Βελλιανίτης, ο προπονητής του Φιλαθλητικού, που είχε βγει για «παιδομάζωμα», να μαζέψει, δηλαδή, νέα ταλέντα για τα τμήματα υποδομής της ομάδας.

Περπατούσε περίπου 7 χιλιόμετρα την ημέρα για να πάει στο κλειστό του Ζωγράφου, στην έδρα του Φιλαθλητικού, όπου έκανε διπλές προπονήσεις, πρωί και απόγευμα. Πολλές φορές, όπως ήταν κουρασμένος, κοιμόταν στα στρώματα, περιμένοντας να τελειώσει την προπόνηση ο μεγάλος του αδελφός, Θανάσης, και να επιστρέψουν μαζί στο σπίτι τους για να ξυπνήσουν την επομένη και να βγουν ξανά στη βιοπάλη. Το ξύπνημα τουλάχιστον ήταν παιχνιδιάρικο, γιατί τα παιδιά δεν είχαν χρόνο για παιχνίδι. «Όταν θα πάω, κυρά μου, στο παζάρι» τους τραγουδούσε με τα σπαστά ελληνικά της η μητέρα τους, Veronica, για να κάνει το βαρύ ξύπνημα των κουρασμένων παιδιών πιο αγαπησιάρικο.

Όταν ο Γιώργος Πάνου (σ.σ. συνεργάτης του Alex Saratsis στην Ελλάδα και μάνατζερ του Γιάννη από τότε) τον είδε, τον ξεχώρισε όχι μόνο για το ταλέντο του, ούτε μόνο για το ύψος του, αλλά κι επειδή ήταν ο πιο λιπόσαρκος. «Την πρώτη φορά που του μίλησα, του είπα πως πρέπει να χτίσουμε σωστά το σώμα του. Πως πρέπει να αλλάξει τη διατροφή του. Δεν έτρωγε, κυριολεκτικά. Το δύσκολο, όμως, ήταν να εξηγήσω στον Γιάννη πως πρέπει να τρώει διαφορετικά από ό,τι η οικογένειά του. Είναι δύσκολο να λες σε μια οικογένεια με τέσσερα αγόρια πως το ένα παιδί τους θα πρέπει να τρώει περισσότερο και διαφορετικά φαγητά. Οπότε, αποφασίσαμε να τρώνε όλοι το ίδιο».

«Η οικογένεια είναι το παν». Είναι η ατάκα που επαναλαμβάνει σαν κούκος σε παλιό ρολόι κάθε ώρα. Μαζί με την πίστη του στον Θεό είναι οι δύο σταθερές που έχει στη ζωή του. Και είναι τόσο κάθετος, που μπορεί να ήταν απών ακόμη και στην πιο μεγάλη βραδιά της μέχρι τότε ζωής του. «Δεν ήθελα να πάω στην ανακοίνωση των Drafts χωρίς την οικογένειά μου. Θα πέθαινα για την οικογένειά μου» λέει στο 20λεπτο ντοκιμαντέρ που του ετοίμασε το ΝΒΑ. «Τότε, ο μπαμπάς μου μού είπε “Κοίτα, πρέπει να πας. Ίσως να είναι καλό για όλους μας”. “Ok, πάμε να το κάνουμε” του απάντησα». Λίγες ώρες μετά, μια ελληνική σημαία θα υψωνόταν στο άκουσμα του ονόματός του από τον κομισάριο του ΝΒΑ, David Stern –την κρατούσε ο Θανάσης, ενώ στο πλευρό του ήταν οι δύο «σωματοφύλακές» του, Γιώργος Πάνου και ο Alex Saratsis. Λίγο αργότερα, πριν ξεκινήσει η συνέντευξη Τύπου, το μόνο που ζήτησε ήταν να έχει δίπλα του τον αδελφό του. «Ήμουν ενθουσιασμένος όταν με επέλεξαν. Ο Θανάσης ήρθε και με αγκάλιασε, αρχίσαμε να κλαίμε. Ξέραμε ότι η ζωή μας άλλαξε εκείνη τη στιγμή. Από εκείνο το σημείο και μετά η οικογένειά μας θα είχε ένα καλύτερο μέλλον. Όμως δεν γιορτάσαμε. Άλλοι παίκτες πήγαν σε κλαμπ για να μεθύσουν, αλλά εγώ κι ο Θανάσης απλώς γυρίσαμε στο δωμάτιό μας χαρούμενοι. Αρχίσαμε να χοροπηδάμε στο κρεβάτι».

Κάπου στις ΗΠΑ, από το 2013 και έπειτα…

Τον Οκτώβριο του 2013 στο εμβληματικό Madison Square Garden της Νέας Υόρκης, ο 18χρονος Γιάννης θα βαφτιζόταν στα αχαρτογράφητα για εκείνον νερά του ΝΒΑ. «Δεν είχα κανέναν δίπλα μου, μιλούσαμε με τον Θανάση με μηνύματα» θυμάται. Το παιδί που δεν είχε παίξει καν στην πρώτη κατηγορία της Ελλάδας, ο έφηβος της ομάδας μπάσκετ του Φιλαθλητικού, πατούσε το ίδιο παρκέ με τα είδωλά του, αθλητές που ήταν αναγνωρίσιμοι στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη. Ο Alex Saratsis περιγράφει γλαφυρά τους πρώτους μήνες της προσαρμογής του Greek Freak στη νέα αυτή πραγματικότητα. «Ήταν ευάλωτος, φοβισμένος… Κοιμόταν στο γυμναστήριο μετά την προπόνηση, επειδή δεν είχε κανέναν ιδιαίτερο λόγο να πάει σπίτι του. Ήταν μόνος».

Η πίεση είχε περάσει και στους δύο ανθρώπους του, τον Γιώργο και τον Alex. Από τις αμερικανικές αρχές είχαν απορριφθεί ήδη δύο φορές οι αιτήσεις για βίζα της οικογένειάς του. Σε περίπτωση επανάληψης, η τρίτη θα ήταν και η φαρμακερή. «Αν απορριφθεί ξανά, εγώ θα φύγω» είχε πει ο Γιάννης στους μάνατζέρ του.

Ο πατέρας του, Charles, ήταν ο ήρωας του, εκείνος που πέρασε στα αγόρια του το μικρόβιο του αθλητισμού, αφού ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, με την καριέρα του να τελειώνει άδοξα έπειτα από έναν σοβαρό τραυματισμό. Και πλέον έβλεπε τα παιδιά του να βαδίζουν στα χνάρια του, αλλά όχι στο ποδόσφαιρο – εκτός του πρωτότοκου, Francis, ο οποίος έπαιξε ποδόσφαιρο μέχρι τη Β’ Κατηγορία της Αγγλίας. Η οικογένεια έφτασε στην Ελλάδα το 1992 και δύο χρόνια αργότερα ήρθε στον κόσμο ο τρίτος γιος, ο Γιάννης. Ο Charles πολλές φορές αντάμειβε την προσπάθεια των γιων του πηγαίνοντάς τους στο γήπεδο για να παρακολουθήσουν ποδόσφαιρο. Αυτό γινόταν όταν τα οικονομικά τους το επέτρεπαν, αφού κυνηγούσε το μεροκάματο σε διάφορες δουλειές (οικοδομές, πουλώντας μικροπράγματα), όπως και η σύζυγός του, Veronica, που φρόντιζε ηλικιωμένους.

2019 NBA Awards – Press Room

Πάντοτε χαμογελαστοί, οι γονείς προσπάθησαν να εμφυσήσουν στα παιδιά τους τις αρετές του αθλητισμού, την άμιλλα, την αφοσίωση στον στόχο και τη σκληρή δουλειά. Και να ήθελαν, δεν θα μπορούσαν να τους δώσουν άλλα εφόδια. Οι γιοι τους δεν ήταν πολίτες κανενός κράτους, αφού είχαν γεννηθεί στην Ελλάδα, αλλά η χώρα δεν τους αναγνώριζε ως πολίτες της. Έπρεπε υπό την πίεση των καταστάσεων –ο Γιάννης θα έπαιρνε τη νιγηριανή υπηκοότητα– να υπερκεραστούν τα νομικά και τεχνικά εμπόδια για να μη χαθεί ένα μεγάλο ταλέντο από την Εθνική μας Ομάδα.

Η στιγμή που η οικογένεια θα ενωνόταν ήρθε ως λύτρωση για όλα τα μέλη. Μιλώντας στο People και τον Βασίλη Σκουντή, ο Γιάννης ανέλυσε τη νέα καθημερινότητά τους. «Ευτυχώς λύθηκαν τα γραφειοκρατικά προβλήματα και τώρα είμαστε πάλι όλοι μαζί και ευτυχισμένοι. Γυρίζω από την προπόνηση ή από τα ταξίδια και καθόμαστε όλοι μαζί μέσα στο ζεστό σπίτι μας για να φάμε, να δούμε κάποια ταινία, να παίξουμε μπιλιάρδο και περνάμε υπέροχα. Το σπίτι μου είναι ωραίο, ευρύχωρο, με ωραία θέα προς τη λίμνη του Μίσιγκαν που τώρα έχει παγώσει».

Η μετακόμισή τους στο Μιλγουόκι ήρθε ως απάντηση στις προσευχές των δύο γονιών. Η καταξίωση του γιου τους έφερε τη γαλήνη και την ασφάλεια, που επί δεκαετίες αναζητούσαν στριμωγμένοι σε δυάρια διαμερίσματα. Όμως o Charles δεν έμελλε να απολαύσει για πολύ τη νέα του ζωή και τα κατορθώματα του γιου του. Στις 30 Σεπτεμβρίου του 2017, ο 54χρονος άφηνε την τελευταία του πνοή έπειτα από ανακοπή, ραγίζοντας τις καρδιές των παιδιών του και της συζύγου του. «Μου λείπεις» έγραψε πριν από έναν μήνα περίπου στο Instagram ο Γιάννης, ανεβάζοντας μια φωτογραφία του για την Ημέρα του Πατέρα.

Την πρώτη φορά που βρέθηκαν στο γήπεδο των Bucks, ο Γιάννης τούς έκανε μια μίνι ξενάγηση. Περπατώντας στο παρκέ, κοντοστάθηκε, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και τους έδειξε τις φανέλες των θρύλων που έχουν φορέσει τη φανέλα των Bucks και οι φανέλες τους βρίσκονται κρεμασμένες στον ουρανό του γηπέδου, διαπιστευτήρια για το πέρασμα στο μπασκετικό πάνθεον. Με την αθωότητα των 18 του, τους είπε: «Ίσως σε είκοσι χρόνια να υπάρχει η φανέλα μου κρεμασμένη εκεί». Τελικά, τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί και να μην ήταν η αθωότητα της ηλικίας του που τον έκανε να το πει αυτό, αλλά η σοφία ενός ανθρώπου που έζησε την παιδική του ηλικία ως άντρας.

O Γιάννης κατάφερε να ψηφιστεί με… καθεστωτικό ποσοστό (άγγιξε το 77% των ψήφων) Πολυτιμότερος Παίκτης του ΝΒΑ. Είναι αυτή η απαρχή της αυτοκρατορίας του; Θα δούμε και άλλα ελληνικά μνημεία κρυμμένα στο σακάκι του, καθώς θα κερδίζει τίτλους; Μακάρι!