Έλλη Λαμπέτη: Τα μάτια που δεν έκλεισαν ποτέ, η ψυχή που δεν αγκάλιασε ποτέ τη χαρά

Στη δεύτερη ταινία του Hobbit, ο Γκάνταλφ έχει πάει στο Ντολ Γκουλντούρ και αναμετράται με τη σκιά του Σάουρον. Χάνει κι αιχμαλωτίζεται. Εκεί ο Σάουρον του λέει ότι δεν υπάρχει φως που να μπορεί να νικήσει το σκοτάδι. Το δεύτερο άλλωστε είναι το μεγαλύτερο. Πώς συνδέεται αυτό με τη ζωή της Έλλης Λαμπέτη;

Συνδέεται γιατί η ζωή της έμοιαζε να βρίσκεται διαρκώς σε αυτή τη διελκυστίνδα. Από τη μία το φως του ταλέντου της κι από την άλλη το σκοτάδι των επιθυμιών που δεν ήρθαν ποτέ όπως της θέλησε ή, ακόμα χειρότερα, ήρθε ακριβώς όπως τις θέλησε χωρίς να την ξαφνιάσουν και να της αλλάξουν την ψυχολογία.

Για πολλά χρόνια το φως κατάφερνε να κερδίζει το σκοτάδι. Κι ας αποδείχτηκε ότι ήταν μικρότερο σε έκταση από τον αντίπαλο του. Αυτό το κακό όμως έχει το σκοτάδι. Αφήνει το φως να κερδίσει τις περισσότερες μάχες και προετοιμάζεται για τη μάχη που θα κρίνει τον πόλεμο. Για την Έλλη Λαμπέτη αυτός ήταν ο συσχετισμός δυνάμεων στη ζωή της.

Γεννημένη τον Απρίλιο του 1926 στα Βίλλια Αττικής, η Έλλη ήταν το τελευταίο από τα 7 αδέλφια στην οικογένεια της. Ήρθε μάλιστα στον κόσμο ως δεύτερη μεταξύ διδύμων, με τον αδερφό της Τάκη να προπορεύεται κι εκείνη να ακολουθεί. Ο Τάκης γεννήθηκε υγιέστατος. Κι εκείνη, μόνο που έμοιαζε με καχεκτικό μωρό. Η πορεία της ζωής ανέστρεψε αυτούς τους όρους.

Μετά τη δικτατορία του Μεταξά, η οικογένεια της εγκαθίσταται στην Αθήνα όπου άλλαξε αρκετές διευθύνσεις. Κανένα σπίτι δεν θα ήταν για εκείνη σαν αυτό στα Βίλλια. Κάθε νέο σπίτι ερχόταν να της υπενθυμίσει ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια ομορφιά. Μια ομορφιά που πήγαζε από την άγνοια της παιδικής ηλικίας. Μια ομορφιά που για εκείνη θα έφευγε πιο γρήγορα απ΄όσο θα ήθελε.

Ο ερχομός στην Αθήνα είναι που της φύτεψε τον σπόρο για το θέατρο και κατ΄επέκταση την υποκριτική, μιας και κάθε μέρα περνούσε από το Εθνικό Θέατρο για να πάει στο σχολείο της. Κάθε μέρα έλεγε μέσα της ότι αυτό θα γίνει το σπίτι της, παρόλο που στην πρώτη της θεατρική επαφή είχε πει στον θείο της ότι δεν της αρέσει και δεν την ενδιαφέρει.

Στα 15 της εδραιώθηκε για τα καλά μέσα  της η επιθυμία και την έσπρωξε με μανία στο κατώφλι του Εθνικού Θεάτρου, εκεί όπου θα γνώριζε  την πρώτη απόρριψη. Η απαγγελία της σε ποίημα του Πολέμη δεν ενθουσίασε την επιτροπή, η οποία μάλιστα θεώρησε πως δεν υπάρχει ψήγμα ταλέντου στη Λαμπέτη και την απέρριψε παμψηφεί.

View this post on Instagram

«Θυμάμαι πως έμαθα να κάνω βουτιές. Με τη θεωρία : να παίρνω αναπνοή, να βάζω το κεφάλι μέσα. Ξανά και ξανά ώσπου ανακάλυψα λεπτομέρειες που δεν μου είχαν πει κι άρχισα να εφαρμόζω τις δικές μου ανακαλύψεις. Την ίδια επιμονή είχα και στο θέατρο.» Αφήγηση της Έλλης Λαμπέτη στην Φρίντα Μπιούμπι για το βιβλίο «Τελευταία Παράσταση». #ellielambeti #έλληλαμπέτη #ελληλαμπετη #greektheatre #greekactors #greekactress

A post shared by Ellie Lambeti / Έλλη Λαμπέτη (@ellielambeti) on

Λίγο καιρό αργότερα θα ετύγχανε της ίδιας αντιμετώπισης από την επιτροπή της Σχολής Κοτοπούλη, εκεί όπου ήταν και ο μετέπειτα μεγάλος της έρωτας Δημήτρης Χορν. Όσο κι αν δεν το έδειξε καθόλου, την είχαν πονέσει πολύ αυτές οι απορρίψεις και δεν ήταν τόσο πεισμωμένη να γίνει ηθοποιός σε…πείσμα αυτών. Γι΄αυτό και αποδέχτηκε με ανακούφιση τη μεσολάβηση του θείου της και του φίλου του Σπύρου Μελά στην Μαρίκα Κοτοπούλη για να την δεχτεί στη σχολή. Τότε άλλαξε και το επώνυμο της από Λούκου σε Λαμπέτη, εμπνευσμένη από το ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη «Αστραπόγιαννος».

«Λαμπέτη εδείλιασα», λέει ο πρώτος στίχος του ποιήματος. Ένα προμήνυμα για το μετέπειτα ίσως; Γιατί από αυτό το χρονικό σημείο και μετά όλοι θα δείλιαζαν ενώπιον της. Ακόμα και ο ίδιος της ο εαυτός.

Στην πρώτη της παράσταση συνεργάστηκε με τον άνθρωπο που της είχε αρνηθεί την ευκαιρία, τον Δημήτρη Χορν. Η παράσταση λεγόταν Το Ταξίδι Του Γάμου κι εκεί η Λαμπέτη είχε έναν μικρό ρόλο χωρίς ατάκες. Εκεί ήταν που τοποθέτησε με μεγαλύτερη συνοχή τον Χορν στο κεφάλι της και κατάλαβε τα θετικά συναισθήματα που της δημιουργούσε. Ένας χαριτωμένος διαβολάκος. Αυτό ήταν για εκείνη σε μια εποχή πολύ πριν επέλθει ο αμοιβαίος έρωτας.

Ακολούθησε η παράσταση Αλάτι και Πιπέρι όπου ο ρόλος της συνοψιζόταν στις τρεις λέξεις «Μέντες, σοκολάτες, καραμέλες» που έλεγε ως υπηρέτρια και στην τρίτη της φορά ήρθε η στιγμή της πρώτης λάμψης. Το «ταλαντούχο Λαμπετάκι» πρωταγωνίστησε στο «Η Χάνελλε Πάει στον Παράδεισο» και με αυτό το υποκοριστικό συστήθηκε για τα καλά σε κριτικούς, εφημερίδες και κοινό.

Στα 17 της χρόνια έρχεται ο πρώτος θυελλώδης έρωτας με τον Θεόδωρο Σγουρδέλη, διπλωμάτη και ποιητή που κατοικεί στο Παρίσι. Ο Σγουρδέλης είναι ο πρώτος που αποδεσμεύει τα ερωτικά ένστικτα της Λαμπέτη κι ίσως η αιτία που η Έλλη μετατρέπεται σε μια βαθιά ψυχή. Εκείνο είναι το σημείο τομής που τα μάτια της αποκτούν αυτή την εικόνα που έχουμε όλοι στο μυαλό μας. Γουρλωμένα, να μην κλείνουν ποτέ, ούτε να πεταρίζουν.

Για χάρη του παίρνει μια μεγάλη απόσταση από το θέατρο, τον ακολουθεί στο Παρίσι κι εκεί της προσφέρει τα απαραίτητα ερεθίσματα τέχνης ώστε να μπορέσει να σχηματίσει μια διαφορετική Έλλη Λαμπέτη μέσα της. Με όλες αυτές τις εικόνες στο μυαλό της, το 1946 επανέρχεται θεατρικά και το ταξίδι που ξεκινά  από δω και πέρα δεν θα έχει στάσεις. Θα έχει μόνο τερματικό σταθμό.

Για μια διετία συνεργάζεται με τον Κουν για θρυλικές παραστάσεις όπου πρωταγωνιστεί κι είναι πλέον μια ασυναγώνιστη ηθοποιός με ραγδαία ανοδική εξέλιξη. Το 1948 ξεκινά τη συνεργασία της με τον θίασο της κυρίας Κατερίνας και με το Εθνικό. Το 1949 συνεργάζεται με τον παραγωγό Κώστα Μουσούρη και γνωρίζει τον Αλέκο Αλεξανδράκη, με τον οποίο θα έχουν μια σύντομη σχέση 6 μηνών.

Το 1950 κάνει και την πρώτη της ταινία, το «Αδούλωτοι Σκλάβοι» του Μάριου Πλωρίτη, αλλά δεν θα μπορέσει ποτέ να αντέξει τη λογική του σινεμά. Στα γυρίσματα της ταινίας γνωρίζονται καλύτερα μεταξύ τους και ερωτεύονται με κατάληξη τον γάμο. Έναν γάμο που δεν προβλέπεται να μακροημερεύσει.

Κι αυτό γιατί το 1952 εμφανίζεται το κεφάλαιο «Δημήτρης Χορν», με τη Λαμπέτη να αποκαλύπτει με ειλικρίνεια στον Μάριο Πλωρίτη ότι είναι ερωτευμένη με τον Χορν. Κάπως έτσι, το 1953 παίρνουν διαζύγιο και η Λαμπέτη με τον Χορν γίνονται το εθνικό ζευγάρι της Ελλάδας, το Θείο Ζεύγος όπως το αποκαλούσε ο Τύπος της εποχής. Δεν συναντιέται εύκολα τέτοια συσσώρευση ταλέντου.

Ένα ταλέντο που για να διατηρηθεί όμως, πρέπει να είναι απρόσκοπτο, να μην εκχύεται σε άλλες υπάρξεις. Γι΄αυτό ο Χορν ήταν κάθετα αντίθετος στο ενδεχόμενο παιδιού και απαίτησε από τη Λαμπέτη να κάνει έκτρωση, όταν έμεινε έγκυος. Κάτι που συνέβη μετά από ένα σοκαριστικό διάστημα κατά το οποίο η Λαμπέτη έχει χάσει δύο αδελφές από καρκίνο, μία σε τροχαίο και τον κοινό τους φίλο και συνθιασάρχη Κώστα Παππά.

Ο καρκίνος των δύο αδελφών της έρχεται να προστεθεί στην απώλεια του Τάκη, του δίδυμου αδελφού της που πέθανε από φυματίωση αρκετά χρόνια πριν. Ξαφνικά αρχίζουν να μπαίνουν ιδέες φόβου στο μυαλό της. Αρχίζει να σκέφτεται ότι αφού τα υγιέστατα αδέλφια της πέθαναν τόσο νωρίς, εκείνη που είχε γεννηθεί καχεκτική και με την εικόνα της ασθενικής, δεν θα ξέφευγε από τον μαύρο κύκλο που την είχε κυκλώσει.

Αυτή η σκέψη δεν είχε καταλάβει πλήρως το μυαλό της, αλλά την αποσπούσε από τη ζωή της. Κι όσο δεν εμφανιζόταν το παιδί για να αντικαταστήσει τα πάντα μέσα της, μεγάλωνε. Κι όταν μια σκέψη μεγαλώνει, το σώμα αρχίζει να ανταποκρίνεται. Το 1959 η σχέση της με τον Χορν είναι διαλυμένη, όχι απλώς ραγισμένη και τελειώνει με τρόπο που αποξενώνει διά παντός και τους δύο.

«Το νυφικό κρεβάτι», ο «Βροχοποιός», η «Κυρία με τις Καμέλιες», ο «Αριστοκρατικός Δρόμος» και «Το Παιχνίδι της Μοναξιάς» στο θέατρο, καθώς και «η Κάλπικη Λίρα», το «Κυριακάτικο Ξύπνημα» είναι μερικές από τις παραστάσεις και ταινίες που θα τους συντροφεύουν ως ανάμνηση του ενός από τον άλλο.

Στα 34 της εμφανίζεται ο Αμερικανός συγγραφέας Φρέντερικ Γουέικμαν που της παρέχει μια ζωή απόλυτα ξέγνοιαστη. Ζουν σε ένα μεγάλο σπίτι στους Αμπελοκήπους, έχουν υπηρετικό προσωπικό, την ταξιδεύει σε Μπαχάμες και Χαβάη, της προσφέρει μια εξωτερική πληρότητα. «Κάναμε δικούς μας όλους τους ωκεανούς», συνήθιζε να λέει η Λαμπέτη. Μόνο που όσοι κατακτούν ωκεανούς, είναι κατακτημένοι από τον εαυτό τους.

Σε αυτό το διάστημα η Λαμπέτη θα διαπρέψει ακόμα περισσότερο θεατρικά με έργα παγκόσμιας εμβέλειας όπως «Το Λεωφορείο ο Πόθος», το «Πεπσι», η «Γλυκιά Ίρμα» και ο «Βυσσινόκηπος», που της επιδαψιλεύουν ύψιστη καταξίωση.

View this post on Instagram

(1959) Η σχέση της με τον Δημήτρη Χορν μόλις είχε τελειώσει κι εκείνη αναχωρεί ξαφνικά στο εξωτερικό για να παντρευτεί τον Αμερικανό συγγραφέα Φρέντερικ Γουεϊκμαν. «Ο Φρεντ μου πήρε ένα καταπληκτικό σπίτι στη Νέα Υόρκη. Τα παράθυρά του έβλεπαν όλο το Μανχάτταν. Σε εννέα μήνες είχα βαρεθεί. Ήθελα να τον αφήσω στην Αμερική και να γυρίσω στο θέατρο.» πηγή: «Τελευταία Παράσταση» της Φρίντας Μπιούμπι (εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ) #ellielambeti #έλληλαμπέτη #ελληλαμπετη #greektheatre #greektheater #greekactors #greekactress

A post shared by Ellie Lambeti / Έλλη Λαμπέτη (@ellielambeti) on

Δεν είχε λήξει ο δικός της λαχνός στα χτυπήματα όμως. Η ζωή της είχε αρκετές πληγές ακόμα να καταγράψει στην ψυχή της. Μετά τις απώλειες θανάτου συγγενών και εμβρύου, ήρθε μια άλλου είδους απώλεια.

Η Λαμπέτη και ο Γουέικμαν είχαν υιοθετήσει ένα κοριτσάκι, μιας και η ηθοποιός δε μπορούσε να βρει ίχνος ικανοποίησης στη ζωή δίχως ένα παιδί. Όταν έγινε η υιοθεσία, όλα έδειχναν ότι θα μπορέσει να επέλθει μια ψυχική ηρεμία. Όμως οι γονείς της μικρής Ελίζας  την διεκδίκησαν και μετά από 4 χρόνια που έμενε μαζί με τη Λαμπέτη και ο δεσμός τους χαλυβδωνόταν, το δικαστήριο αποφάσισε την επιστροφή της μικρής στους φυσικούς της γονείς.

Τίποτα δεν θα ήταν ίδιο πια για τη Λαμπέτη. Καμία έννοια ευτυχίας. Όλα θα ήταν πια δευτερεύοντα. Και το όνομα που είχε χτίσει φάνταζε να χάνεται για εκείνη.

Χάθηκε ακόμα περισσότερο το 1969 με μια περίεργη υπόθεση κατά την οποία ενεπλάκη σε ένα σκάνδαλο βίλας οργίων στη Γλυφάδα. Σε ένα σπίτι εκεί ελάμβαναν μέρος όργια με τρεις άντρες, δύο ανήλικα κοριτσάκια κι ένα λυκόσκυλο. Η Λαμπέτη βρέθηκε κατηγορούμενη και στη διάρκεια της δίκης καλούταν να ανεβαίνει στη σκηνή του θεάτρου και να ακούει υποτιμητικά γαβγίσματα από το κοινό.

Στην τελική ακρόαση της δίκης, η ηθοποιός ήταν χειμαρρώδης. Αποστόμωσε τον δικαστή, ο οποίος την κοιτούσε αποσβολωμένος. Η εμφάνιση συγκεκριμένων μαρτύρων έφερε τη νομική αθώωση της Λαμπέτη, όχι όμως και την ηθική. Το κοινό και ο Τύπος συνέχιζαν να την αντιμετωπίζουν με αυτή τη στάμπα. Σε βαθμό που η Λαμπέτη είχε φτάσει να σκέφτεται έντονα το ενδεχόμενο να τα παρατήσει. Κάτι που θα έκανε, αν δεν είχε βιοποριστική ανάγκη από το θέατρο.

Ενόσω προσπαθούσε να αποκαταστήσει τον εαυτό της, έπρεπε να παλέψει και με το τέρας του καρκίνου του μαστού. Μετέβη στη Νέα Υόρκη, έκανε μαστεκτομή, αλλά ο καρκίνος δεν την αποχωρίστηκε εντελώς. Ο φόβος που είχε τη δεκαετία του ’50 η Λαμπέτη είχε γίνει αληθινός, με σάρκα και οστά, στις αρχές του ’70.

Πέρασε μια κάπως μουντή δεκαετία μέχρι που το 1980 ο καρκίνος επανήλθε ακόμα πιο επιθετικός και…τελεσίδικος. Το 1983, στις 3 Σεπτεμβρίου, πεθαίνει και αφήνει κληρονομιά στην ανθρωπότητα τα μάτια της.

Τα μάτια που δεν έκλεισαν ποτέ. Μάτια που δεν άντεχαν να δουν τον πόνο μέσα στο σώμα και γι΄αυτό έμεναν ανοιχτά. Για να κοιτάζουν μόνον έξω…

* Αρκετές πληροφορίες έχουν αντληθεί από το βιβλίο του Φρέντυ Γερμανού για την Έλλη Λαμπέτη που έχει κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

* * Οι φωτογραφίες είναι από τον εξαιρετικής αισθητικής (και σταχυολόγησης των καλύτερων στιγμιοτύπων της ηθοποιού) λογαριασμό Ellie Lambeti στο Instagram.