Μια ζωή συνυφασμένη με το σανίδι, τα θεατρικά κείμενα, τις τηλεοπτικές επιτυχίες και τις κινηματογραφικές κάμερες. Τριάντα πέντε χρόνια πορείας στον πιο «δύσκολο, αλλά και γοητευτικό δρόμο» όπως δηλώνει η ίδια. Η Ελένη Καστάνη από τη Σητεία της Κρήτης βρέθηκε να σπουδάζει στο Τμήμα Βιομηχανικής της Θεσσαλονίκης, ενώ σύντομα μετακόμισε στην Αθήνα, κερδίζοντας το απαιτητικό κοινό του θεάτρου και εντυπωσιάζοντας συγχρόνως τον κόσμο της τηλεόρασης. Φέτος απολαμβάνει επί σκηνής έναν ρόλο οικείο στη δική της πραγματικότητα, αυτόν της μητέρας, στο έργο Μαμά, σε σκηνοθεσία Γιώργου Σουλεϊμάν:

«Είναι η πρώτη φορά που συνεργαζόμαστε. Ο Γιώργος με επέλεξε και όταν μου είπε ότι θα είμαι με την Ευγενία (σ.σ. Σαμαρά), χάρηκα πολύ. Χαρακτηριστικά μού είπε ότι με παρακολουθούσε χρόνια, έβλεπε ακόμη και τις συνεντεύξεις μου και ήθελε πολύ να κάνω εγώ αυτό τον ρόλο».

Παράλληλα, με το θέατρο φέτος θα τη δούμε και στη μεγάλη οθόνη, στην πρώτη της συνεργασία με τον Μάρκο Σεφερλή, στην ταινία Χαλβάη 5-0. «Ήθελα πολύ να δουλέψω με τον Μάρκο, γιατί σέβομαι το ταλέντο του. Ομολογώ ότι πρόσφατα τον είδα πρώτη φορά στο θέατρο. Τον είχα δει στην τηλεόραση, όπου προβάλλονταν οι παραστάσεις του, αλλά από κοντά όχι. Σε κάποια πράγματα μπορεί να διαφωνώ, όπως, για παράδειγμα, στο ότι είναι τέσσερις ώρες η παράστασή του. Του το λέω και γελάει» δηλώνει και συνεχίζει:

«Πάντα έλεγα ότι ο Σεφερλής είναι ο μεγαλύτερος λαϊκός κωμικός των τελευταίων χρόνων. Κανείς μας δεν έχει αυτό το λαϊκό έρεισμα που έχει ο Μάρκος. Κανείς μας δεν εισπράττει τη λατρεία του λαού, όπως εκείνος. Είναι τυχαίο αυτό; Ερωτώ».

«Έχει τύχει σε μεγάλες επιτυχίες να είναι δραματικές οι συνθήκες»

Παραδέχεται ότι στην αρχή της καριέρας της αντιμετώπισε δυσκολίες, ωστόσο δεν μετάνιωσε στιγμή που αποφάσισε να εγκαταλείψει τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο για να ακολουθήσει το όνειρό της. Νιώθει «χορτάτη» επαγγελματικά, παρ’ όλα αυτά δεν έχει εφησυχάσει λεπτό, ενώ αποκαλύπτει:

«Δεν νιώθω ότι έχω κατακτήσει όλα όσα θέλω. Ένας καλλιτέχνης αγωνιά, αγωνίζεται και βασανίζεται. Είμαι καλλιτέχνης του βασάνου. Δεν μου αρέσει ο εύκολος δρόμος. Ξέρω ότι αυτό δεν συνάδει με την εποχή που ζούμε. Είναι, μάλλον, παλιομοδίτικο πια».

Την έχω απέναντί μου και αναρωτιέμαι αν τελικά οι καριέρες χτίζονται από τα «όχι» που λέμε. Η απάντησή της μου λύνει κάθε απορία. «Σε ένα 80% των προτάσεων που έχω δεχτεί έχω πει “όχι”. Μου έχουν προτείνει δουλειές με πολύ καλά χρήματα κι έχω πει ότι δεν θα τις κάνω. Πιστεύω ότι ο καλλιτέχνης σε οποιαδήποτε δουλειά φέρει την ποιότητά του, ωστόσο έχω αρνηθεί να κάνω πράγματα που θεωρούσα ότι δεν θα μου έκαναν καλό. Ήθελα, δηλαδή, να αφήσω ανοιχτούς ορίζοντες στην καριέρα μου. Εγώ είμαι από τους ανθρώπους που έχουν κάνει εμπορικά πράγματα.

Έχω κάνει τηλεόραση, διαφημίσεις, εμπορικό θέατρο με μεγάλη προσέλευση κοινού. Όποτε μου δόθηκε, όμως, η ευκαιρία τόλμησα να κάνω και εντελώς διαφορετικά πράγματα. Μου αρέσουν οι εναλλαγές. Έχω κάνει και αποτυχίες. Βέβαια, άμα κοιτάξω πίσω, στα 35 χρόνια καριέρας μου βλέπω ότι οι επιτυχίες είναι περισσότερες. Δηλαδή, αν ήμουν στην Αμερική, δεν θα μιλούσαμε καν τώρα, θα ήμουν ζάπλουτη» μου εξηγεί γελώντας.

Το οξυδερκές και συγχρόνως παιδικό της βλέμμα σε κάνει να πιστέψεις ότι σπάνια φθάνει στα όριά της. «Είμαι άνθρωπος της απόλυτης υπομονής. Είναι αδύνατον να ξεκινήσω έναν καβγά. Για να γίνει αυτό, σημαίνει ότι δεν έχει σωτηρία το πράγμα. Αρκετές φορές, κατά τη διάρκεια των εντάσεων, ήμουν ο άνθρωπος που έλεγα “Δεν με ενδιαφέρει ο χαρακτήρας του καθενός. Με ενδιαφέρει ότι είναι καλός στη δουλειά, οπότε θα φροντίσω να συνυπάρξω μαζί του”. Μερικές φορές, υπέφερα κιόλας, μπορώ να πω. Έχει τύχει σε μεγάλες επιτυχίες να είναι δραματικές οι συνθήκες. Τώρα όμως, που είμαι μεγαλύτερη ηλικιακά, δεν μπορώ να κάνω την υπομονή που έκανα παλαιότερα».

Με αφορμή αυτή της την απάντηση, τη ρωτάω τι συνέβη τελικά με την παράσταση Μαρία Πενταγιώτισσα, από την οποία αποχώρησε λίγο πριν από την πρεμιέρα: «Είναι επιλογή μου να μην απαντώ. Τριάντα πέντε χρόνια είμαι σε αυτή τη δουλειά και δεν έχω φύγει ποτέ. Οι άλλοι φεύγανε και πήγαινα να τους γυρίσω πίσω, αλλά εγώ δεν έφευγα ποτέ. Για να φύγω, σημαίνει ότι έπρεπε να το κάνω. Δεν έχω να πω κάτι άλλο».

Μια επιτυχημένη επαγγελματικά γυναίκα συναντά την απόλυτη μητρική φιγούρα και καθώς η κουβέντα μας εξελίσσεται μου μιλάει για τον γιο της, Κωστή. «Μπορώ να σου πω ότι αν με αξιολογούσα στη ζωή μου, απ’ ό,τι έχω καταφέρει μέχρι στιγμής, θα σου έλεγα ότι είμαι καλύτερη ως μάνα. Πιστεύω ότι το δέσιμο που έχει μια μητέρα με τον γιο είναι μεγαλύτερο. Το οιδιπόδειο, βλέπεις, ισχύει πάντα. Τον θυμάμαι να είναι 4 και την ώρα που βάφομαι για να πάω στο θέατρο να μου λέει “Μαμά, είσαι πολύ ωραία”. Σκεφτόμουν ότι ενστικτωδώς με βλέπει πολύ ωραία. Φαντάσου, δηλαδή, να είχε μια άλλη μάνα» δηλώνει γελώντας.

«Πιστεύω ότι θα είμαι καλή πεθερά»

Έχοντας πρωταγωνιστήσει σε επεισόδια της σειράς του Mega 7 Θανάσιμες Πεθερές, τη ρωτάω πώς πιστεύει ότι θα είναι σε αυτό τον «ρόλο ζωής». «Πιστεύω ότι θα είμαι καλή πεθερά κι όχι σαν αυτές που έχω υποδυθεί. Μέχρι στιγμής, δεν ανησυχώ, γιατί οι επιλογές του είναι σε έναν δρόμο που κι εγώ θα ενέκρινα. Αιτιολογείται και ψυχολογικά αυτό. Συχνά τα παιδιά ψάχνουν γυναίκες σαν αυτές που μεγάλωσαν στο σπίτι τους. Θεωρώ, λοιπόν, ότι αναπαράγει ένα πρότυπο που φέρνει σε εμένα, την αδελφή μου, τις ανιψιές μου. Ήμασταν σε μια γυναικοκρατούμενη οικογένεια, με αρκετά έξυπνες και δυναμικές γυναίκες. Πιστεύω ότι ο γιος μου δεν θα ήταν ποτέ με μια κουτή κοπέλα.

Η οικογένεια στην Κρήτη είναι αρκετά μητριαρχική, κρυμμένα μητριαρχική, θα έλεγα. Μπορεί να φωνάζουν οι άντρες και να φαίνεται ότι αυτοί είναι οι δυναμικοί, αλλά στην ουσία είναι από πίσω ισχυρές γυναίκες. Έχοντας μεγαλώσει, λοιπόν, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, δέχεται τις ικανές γυναίκες. Αυτές, μάλιστα, είναι πιο δύσκολο στη ζωή να βρουν συζύγους και συντρόφους γενικά. Προτιμούνται οι άλλες, οι λίγο ακατοίκητες. Καμιά φορά του έλεγα “Μα γιατί δεν θέλεις αυτή” και μου απαντούσε “Δεν μπορώ, μαμά, είναι κουτή”. “Καμιά φορά είναι καλύτερα” του απαντούσα γελώντας. Όποιες κοπέλες έχω γνωρίσει ήταν μια χαρά, οπότε δεν έχω τέτοιες αγωνίες» ξεκαθαρίζει.

«Βίωσα το σύνδρομο της άδειας φωλιάς»

Μετρώντας ήδη δύο χρόνια χωρίς τον γιο της στο σπίτι, καθώς έφυγε στην Αγγλία για να σπουδάσει Μηχανολόγος Μηχανικός, εξομολογείται: «Η πρώτη χρονιά ήταν δύσκολη. Αντιλήφθηκα έντονα την αλλαγή. Βίωσα το σύνδρομο της άδειας φωλιάς». Και όταν τη ρωτάω αν αυτό ήταν η αφορμή για να δημιουργηθούν σκέψεις σχετικά με το αν έπρεπε να κάνει κι άλλα παιδιά, μου απαντάει:

«Όσα παιδιά κι αν κάνεις, κάποια στιγμή θα φύγουν όλα από το σπίτι. Είναι λογικό επακόλουθο αυτό. Στην Ελλάδα, βέβαια, το παρακάνουμε. Οι γονείς είναι κρεμασμένοι στα παιδιά τους και το αντίθετο. Η οικονομική κρίση ενέτεινε τις συγκεκριμένες συμπεριφορές. Βλέπεις παιδιά ακόμα και σε μεγάλη ηλικία που μένουν με τους γονείς. Είναι λίγο τραγικό. Εγώ, ας πούμε, νιώθω ότι τελικά ήταν καλό που έφυγε και πήγε στην Αγγλία γιατί σκληραγωγήθηκε. Το έζησα κι εγώ όταν ήμουν φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο. Μαθαίνεις να διαχειρίζεσαι τα οικονομικά σου, να είσαι υπεύθυνος για το σπίτι σου, για τη ζωή σου γενικότερα».

Την ίδια στιγμή που προβάλλει την παραδοσιακή της πλευρά, αντιλαμβάνεσαι πως υπάρχει κάτι το προοδευτικό μέσα της. Άλλωστε, πώς αλλιώς θα χαρακτήριζε κανείς την από κοινού απόφαση που πήραν με τον πρώην σύζυγό της, Γιάννη, να μείνουν στην ίδια πολυκατοικία μετά τον χωρισμό τους; «Αποτελώ αυτό το φαινόμενο. Έχω ακούσει εμένα και τη Μαρία Σολωμού. Δεν ξέρω άλλες. Η Μαρία με τον Μάριο (σ.σ. Αθανασίου) νομίζω ζούσαν πάνω-κάτω. Έτσι ήμουν κι εγώ με τον άντρα μου. Το έκανα για δύο λόγους. Πρώτον, για να έχει το παιδί μου το πρότυπο του πατέρα δίπλα του και, δεύτερον, γιατί έναν άντρα που ερωτεύτηκα, παντρεύτηκα, έζησα δεκαπέντε χρόνια μαζί του δεν μπορώ να τον αποκλείσω από τη ζωή μου. Τον θεωρώ πάντα οικογένειά μου, οπότε μόνο καλές σκέψεις έχω για εκείνον. Ξέρεις, δεν μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους που όταν χωρίζουν, αφού περάσει το διάστημα του θυμού, δεν μιλάνε και δεν έχουν καμία σχέση. Δεν το χωράει το μυαλό μου. Εγώ θέλω το καλό του. Τώρα πλέον ο άντρας μου ζει στην Κρήτη, αν μάθω, λοιπόν, ότι έχει μια κοπέλα και θέλει να παντρευτεί, θα χαρώ πραγματικά».

Άραγε, η απόφαση να έχει τόσο κοντά τον πρώην άντρα της στάθηκε εμπόδιο στο να ξαναφτιάξει τη ζωή της; «Πιο πολύ δυσκόλευε ότι έχω παιδί, παρά αυτό. Όταν έχεις παιδί, δεν ανοίγεις εύκολα την πόρτα σου σε άλλους. Μερικές φορές, όταν αντιλαμβανόταν κάτι ο γιος μου, καταλάβαινα ότι δεν ήθελε. Σκεφτόμουν ότι αν μεγαλώσει και περάσει τα 12, τα 15, θα έχω ελπίδες κι εγώ» λέει αστειευόμενη και καταλήγει:

«Στην πορεία κατάλαβα ότι είμαι ένας βαθιά μοναχικός άνθρωπος. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά τι να κάνω; Είναι περίεργο; Μου αρέσει η μοναξιά, δεν με φοβίζει. Έχω πει, βέβαια, πως πιστεύω ότι όταν μεγαλώσω θα έχω παρέα. Θα βρω παρέα, γιατί πιστεύω ότι ο άνθρωπος αυτό που θέλει αυτό κάνει. Δηλαδή, αν ήθελα σύντροφο, δεν θα μπορούσα να βρω; Πολύ εύκολα. Αλλά για να μην το κάνω, σημαίνει ότι δεν θέλω».

«Μετά το «Τι Ψυχή Θα Παραδώσεις Μωρή;» κανείς μας δεν γνώρισε τηλεοπτικά τέτοια επιτυχία»

Στο ενεργητικό της, εκτός από τις πολλές συνεργασίες, μετράει και αρκετές συνεντεύξεις. Τη ρωτάω ποια είναι η ερώτηση που έχει βαρεθεί να της κάνουν και με αφοπλιστική ειλικρίνεια απαντάει:

«Ακόμα και ο παπάς, την ώρα που θα με θάβει, θα με ξυπνήσει για να μου πει “Πες μου γιατί σταμάτησε το Τι Ψυχή Θα Παραδώσεις Μωρή;”. Και δεν ξέρω και να απαντήσω, γιατί ακόμα και πρόσωπα που μπορεί να είχαν έρθει σε αντιπαράθεση συνεργάστηκαν ξανά και έγιναν επιτυχίες. Συχνά απαντάω “Τι με ρωτάτε, ρε παιδιά; Έχουν περάσει είκοσι χρόνια. Ο γιος μου ήταν 7 μηνών και τώρα είναι 20”».

Παραδέχεται ότι της στοίχισε τόσο οικονομικά όσο και ψυχολογικά, ενώ εξηγεί: «Συνειδητοποιούσα και την ώρα που το έκανα ότι τέτοιες επιτυχίες δεν ξαναγίνονται. Προσπαθούσα να πείσω όσους ήταν γύρω μου ότι δεν πρόκειται να ξανακάνουμε κάτι παρόμοιο. Και όντως. Κανείς μας δεν γνώρισε ξανά τηλεοπτικά τέτοια επιτυχία. Ήταν ένα σίριαλ έξι επεισοδίων –το έβδομο ήταν συνονθύλευμα διάφορων σκηνών– και ρωτάτε όλοι λες και παίζαμε δύο χρόνια. Δεν μπορεί κάποιος να κάνει ξανά το Τι Ψυχή Θα Παραδώσεις Μωρή; με τέτοια διανομή. Ήταν μια φοβερή συγκυρία. Μάλλον, δεν μπορέσαμε να το αντέξουμε; Τι να πω… Αυτό είναι κάτι που μένει αναπάντητο».

Φωτογραφίες: Στέφανος Παπαδόπουλος

Όλα τα νέα, πλούσιο ρεπορτάζ, καθημερινές στιγμές διασήμων και ξεχωριστές στιγμές καθημερινών ανθρώπων στο People, που κυκλοφορεί μαζί με το Έθνος της Κυριακής