Από την πρώτη φορά που κράτησε το μικρόφωνο πέρασαν αισίως τριάντα χρόνια, ωστόσο ο ίδιος θα σου πει πως επίσημα βρίσκεται στον χώρο τα τελευταία είκοσι τρία. Αυτό που σίγουρα έχει καταφέρει μέσα στα χρόνια είναι να χαρακτηριστεί ως ένας διαχρονικός τραγουδιστής.  «Τα Χαμοπούλια», οι «Ψίθυροι καρδιάς», «Η ζωή» και πολλά ακόμα κομμάτια του είναι τόσο σημερινά και επίκαιρα, καθώς έχουν αγαπηθεί από τις νέες γενιές, παιδιά που δεν είχαν καν γεννηθεί όταν αυτά έγιναν επιτυχίες.

«Εγώ μετράω τα χρόνια μου στη δουλειά με τη δισκογραφία. Τις προάλλες μιλούσαμε με τον Γιάννη Κότσιρα στα παρασκήνια της παράστασης Όμορφη Πόλη και με ρώτησε “Γιατί λες ότι είσαι στον χώρο είκοσι τρία χρόνια; Πότε πήρες το πρώτο σου μεροκάματο;”. Σκέφτηκα τελικά ότι είναι πολλά τα χρόνια» αποκαλύπτει καθώς ξεκινάμε την κουβέντα μας στο καμαρίνι του στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Αυτή την περίοδο ο Δημήτρης Μπάσης συμμετέχει στην παράσταση Όμορφη Πόλη του Μίκη Θεοδωράκη σε διασκευή Γιώργου Βάλαρη, εμφανίζεται μαζί με την Ελένη Βιτάλη στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, ενώ στο ραδιόφωνο θα ακούσει κανείς πολλές φορές μέσα στη μέρα το νέο του ντουέτο με τον Χρήστο Μάστορα με τίτλο «Ένα λεπτό». «Οι ρυθμοί είναι πάρα πολύ έντονοι αλλά και τρόπος ζωής πλέον. Η Όμορφη Πόλη έχει χαρακτηριστεί ήδη ως το καλλιτεχνικό γεγονός της χρονιάς και οι εμφανίσεις με την Ελένη Βιτάλη είναι κάτι που το ήθελα εδώ και χρόνια. Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, μπορεί να υπάρχει κούραση, αλλά είναι πραγματικά ευχάριστη» εξομολογείται.

«Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι το μεγαλύτερο ζωντανό μνημείο του ελληνικού πολιτισμού»

Μια από τις στιγμές που ξεχωρίζει στην καριέρα του μέσα στα χρόνια είναι η γνωριμία του με τον Μίκη Θεοδωράκη. «Η σχέση μου με τη Λαϊκή Ορχήστρα “Μίκης Θεοδωράκης” και τον ίδιο τον Μίκη ξεκινάει από το 1999. Εκείνη τη χρονιά γινόταν μια συναυλία προς τιμήν του στη Σάμο, στην οποία συμμετείχα. Στο τέλος ήρθε στα παρασκήνια προκειμένου να ευχαριστήσει όλους τους καλλιτέχνες.

Κάποιους μήνες αργότερα δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από τη γραμματέα του, η οποία μου είπε ότι ο Μίκης θέλει να με συναντήσει στο γραφείο του. Μου πρότεινε να επανεκτελέσω “Tο τραγούδι του νεκρού αδελφού”. Το 1961 το έργο δεν βγήκε ολοκληρωμένο στο βινύλιο καθώς λογοκρίθηκαν κάποια τραγούδια λόγω πολιτικών καταστάσεων, ήθελε λοιπόν να το καταγράψει πλέον ολοκληρωμένο σε CD. Ο Μίκης απείχε από το στούντιο δεκαεπτά χρόνια.

Το 2001 λοιπόν ξαναμπήκε στο στούντιο, διηύθυνε την ορχήστρα του και κάναμε τον “Nεκρό αδελφό” ολοκληρωμένο. Στον δίσκο συμμετείχαν επίσης η Νένα Βενετσάνου και ο Γιάννης Μπέζος». Η συνεργασία τους συνεχίστηκε, ενώ ακολούθησαν πολλές συναυλίες με τη Λαϊκή Ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης». «Πέρσι τον Φεβρουάριο ο Γιώργος Βάλαρης μου πρότεινε να συμμετάσχω στην παράσταση Όμορφη Πόλη.

Ήταν μια πολύ ωραία ιδέα που πήρε σάρκα και οστά. Χτίστηκε το καστ των ηθοποιών και των τραγουδιστών και σήμερα μιλάμε για μια τεράστια επιτυχία που ούτε εμείς τη φανταζόμασταν. Μετά το τέλος της πρεμιέρας ο Γιώργος (σ.σ. Βάλαρης) μας μετέφερε τις ευχαριστίες του Μίκη. Είπε ότι ένα όνειρό του έγινε πραγματικότητα. Είναι πολύ σημαντικό να ακούς αυτά τα λόγια από έναν άνθρωπο που είναι αδιαμφισβήτητα το μεγαλύτερο ζωντανό μνημείο του ελληνικού πολιτισμού.

Κάθε φορά που τελειώνει μια παράσταση, την ώρα που γυρνάω σπίτι, δοξάζω τον Θεό που έζησα άλλη μια τέτοια στιγμή, που γνώρισα τον Μίκη, που ερμηνεύω τα τραγούδια του». Τον Οκτώβριο του 2019 κυκλοφόρησε το τραγούδι «Ένα λεπτό». Πρόκειται για ένα ντουέτο του Δημήτρη Μπάση με τον Χρήστο Μάστορα που γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Πολλοί ίσως να απορήσουν με την επιλογή του να συνεργαστεί με έναν πιο «εμπορικό» τραγουδιστή. Ο ίδιος, όμως, δίνει την απάντησή του.

«Κατά καιρούς μού γινόταν η ερώτηση “Θα συνεργαζόσασταν με την τάδε” και απαντούσα “Όχι. Την έχετε ρωτήσει την τάδε αν θα συνεργαζόταν μαζί μου;”. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ισχύει αυτό. Τον Χρήστο τον θαυμάζω όπως και το γκρουπ Μέλιssεs, και ας μην τραγουδάω αυτό το είδος μουσικής. Είναι ένας ολοκληρωμένος καλλιτέχνης και έχει μια αισθητική που μου αρέσει πολύ».

«Όταν ήρθαμε στην Ελλάδα, η γιαγιά μου με έστειλε στην εκκλησία»

Γεννήθηκε στη Στουτγκάρδη της Γερμανίας, ενώ σε ηλικία 8 ετών οι γονείς του πήραν την απόφαση να επιστρέψουν στο χωριό Χέρσο στο Κιλκίς, που είναι ο τόπος καταγωγής τους. «Στο σπίτι ακούγαμε πολλά λαϊκά τραγούδια. Βλέπεις, η μουσική ήταν η συντροφιά, η παρηγοριά και ο τρόπος με τον οποίο ταξίδευαν νοερά στην πατρίδα οι Έλληνες μετανάστες. Τα δισκάκια των 45 στροφών δίνανε και παίρνανε, τα γλέντια δε μεταξύ των ελληνικών οικογενειών ήταν αυτά που τους έδιναν δύναμη να συνεχίσουν στην ξενιτιά. Άλλωστε όλοι είχαν πάει εκεί για ένα καλύτερο αύριο.

Όταν ήρθαμε στην Ελλάδα, η γιαγιά μου με έστειλε στην εκκλησία. Πήγαινα εκεί και κρατούσα τα εξαπτέρυγα, ενώ σιγά σιγά ανακάλυψα την ομορφιά και τη μαγεία της βυζαντινής μουσικής. Είχαμε έναν πολύ καλό ψάλτη στο χωριό. Βλέποντάς τον θέλησα κι εγώ να ανέβω στο ψαλτήρι και τελικά τα κατάφερα. Μεγαλώνοντας άρχισα να κάνω σπουδές. Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με τη μουσική».

Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη βυζαντινή μουσική ενώ παράλληλα άρχισε να κάνει όνειρα για μια καριέρα στο τραγούδι. Η πρώτη φορά που τραγούδησε ήταν σε ηλικία 19 ετών σε ένα συνοικιακό μαγαζί στο Κιλκίς, ενώ την επόμενη χρονιά αποφάσισε να πάει στη Θεσσαλονίκη.

«Εκεί με άκουσε ο Σταμάτης Κραουνάκης και μου πρότεινε να κατέβω στην Αθήνα. Τότε ανακοίνωσα στους γονείς μου ότι θα φύγω για ένα διάστημα, επιθυμώντας βέβαια μέσα μου αυτό να είναι για πάντα. Κάθε φορά που ανέβαινα στους δικούς μου έπαιρνα μια καρέκλα, ένα τραπέζι. Μετακόμιζα σιγά σιγά. Κατέβηκα λοιπόν το 1993 και από τότε είμαι μόνιμος κάτοικος Αθηνών». Τον ρωτάω αν είχε κάποιο plan b σε περίπτωση που δεν τα κατάφερνε τελικά.

«Δεν υπήρχε plan b για εμένα γιατί είχα βάλει στόχο να πετύχω. Έμεινα τρία χρόνια δίπλα στην Πρωτοψάλτη και τον τέταρτο χρόνο υπέγραψα συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρεία Warner. Είχα εισπράξει από τους ανθρώπους του χώρου ότι είμαι καλός και είχα πιστέψει ότι πλέον είναι στο χέρι μου να τα καταφέρω και να πάω ένα βήμα παραπέρα. Σε αυτές τις περιπτώσεις λοιπόν δίνεις όλες σου τις δυνάμεις για να τα καταφέρεις, δεν σκέφτεσαι ότι αν κάτι δεν πάει καλά θα κάνεις μια άλλη δουλειά. Είναι σαν να αποφασίζει κάποιος να σπουδάσει Ιατρική, να παίρνει το πτυχίο του, αλλά αν δεν πάει καλά και δεν ανοίξει το ιατρείο του να γίνει υδραυλικός».

«Στο σπίτι δεν τραγουδάω ποτέ»

Έχει καταφέρει να διατηρεί την προσωπική του ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Με τη γυναίκα του, Μαρία, είναι μαζί δεκαπέντε χρόνια και έχουν αποκτήσει δύο γιους, τον 11χρονο Θανάση και τον 6χρονο Φώτη. Αναρωτιέμαι αν κάποιο από τα παιδιά του έχει εκφράσει την επιθυμία να ασχοληθεί με το τραγούδι.

«Στον μεγάλο μου γιο αρέσει το θέατρο, πηγαίνει μάλιστα και σε ένα θεατρικό εργαστήρι, ενώ εκφράζει συχνά την επιθυμία του να βλέπει παραστάσεις. Είδε την Όμορφη Πόλη και, παρόλο που είναι ένα δύσκολο έργο για ένα 11χρονο παιδί, κατάλαβε πολλά πράγματα. Άρα θα έλεγα ότι έχει μια καλλιτεχνική φλέβα. Ο μικρός, αν και είναι μόλις 6 ετών, έχει μια κλίση στο τραγούδι, με την έννοια ότι μας ζητάει συνεχώς να του βάζουμε τραγούδια στο YouTube.

Μέχρι στιγμής βέβαια το μόνο που μπορώ να κρίνω από αυτό είναι ότι αγαπάει τη μουσική. Ούτε εγώ ούτε η γυναίκα μου είμαστε από τους γονείς που έχουμε την εμμονή να σπρώξουμε τα παιδιά μας στον δρόμο της τέχνης. Αν διαπιστώσω ότι τα παιδιά μου δεν έχουν ταλέντο, θα τα αποτρέψω από το να ασχοληθούν με το τραγούδι. Αν όμως δω ότι έχουν καλή φωνή, θα τους πω ότι για να τα καταφέρουν πρέπει να δουλέψουν σκληρά και να κάνουν τις απαραίτητες σπουδές.

Δεν θέλω να γίνουν τραγουδιστές επειδή απλώς ο μπαμπάς τους έχει ένα όνομα ενώ αυτά φωνητικά μπορεί να αγγίζουν τα όρια του απαράδεκτου» λέει με ειλικρίνεια. Όταν βρίσκεται μαζί με την οικογένειά του, προσπαθεί να διατηρεί τον ρόλο του συζύγου και πατέρα αφήνοντας την επαγγελματική του ιδιότητα έξω από τις πόρτες του σπιτιού.

«Για να καταλάβεις, στο σπίτι δεν τραγουδάω ποτέ και ό,τι έχει σχέση με τη δουλειά μου το κάνω τις ώρες που είμαι μόνος μου στο γραφείο. Ο μεγάλος μου γιος άρχισε να καταλαβαίνει ότι ο μπαμπάς του είναι γνωστός τα δύο τελευταία χρόνια γιατί οι συμμαθητές του μπορεί να του έλεγαν “Όταν έρθει ο μπαμπάς σου, να μας δώσει ένα αυτόγραφο”. Επίσης, όταν βγαίναμε μαζί έξω και έβλεπε κάποιους να με χαιρετούν με ρωτούσε “Μπαμπά, τους ξέρεις αυτούς;’’ του απαντούσα “Όχι”.

Εκεί λοιπόν έπρεπε να του εξηγήσω ότι κάνω μια δουλειά στην οποία συχνά είμαι εκτεθειμένος στη δημοσιότητα και στα ΜΜΕ ή έρχεται κόσμος και με βλέπει, οπότε υπάρχουν κάποιοι που με ξέρουν χωρίς να τους ξέρω εγώ. Στη διατήρηση της ισορροπίας συντελεί και η γυναίκα μου, η οποία συχνά τους λέει ότι αυτό που κάνω είναι απλώς μια δουλειά. Δεν θέλουμε να νιώσουν τα παιδιά ότι αυτό είναι κάτι σπουδαίο γιατί δεν το βλέπουμε κι εμείς έτσι».

Παραδέχεται πως γνώριζε από την αρχή ότι η Μαρία είναι η γυναίκα που θα παντρευτεί, ενώ ρωτώντας τον για το μυστικό ενός επιτυχημένου γάμου εξηγεί: «Ο γάμος θέλει δουλειά κάθε μέρα. Εγώ κάνω μια δύσκολη δουλειά, με την έννοια ότι ταξιδεύω πολύ και λείπω συχνά. Αυτός που μένει πίσω λοιπόν, στην προκειμένη περίπτωση η γυναίκα μου, έχει αναλάβει το μεγαλύτερο βάρος του σπιτιού και της οικογένειας. Αυτό είναι κάτι που της το αναγνωρίζω. Θεωρώ ότι ο αλληλοσεβασμός είναι το στοιχείο που κάνει έναν γάμο πετυχημένο».

«Στον βωμό της δουλειάς έχω θυσιάσει την οικογένειά μου»

Είναι σχεδόν αδύνατο να έχεις απέναντί σου τον Δημήτρη Μπάση και να μην αναφερθείς στη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε το τραγούδι «Ψίθυροι καρδιάς». «Ήταν ένα soundtrack σε ένα από τα πιο επιτυχημένα σίριαλ της ελληνικής τηλεόρασης. Η μεγαλύτερη ευτυχία για έναν καλλιτέχνη είναι να γίνουν τα τραγούδια του διαχρονικά. Αυτό το τραγούδι τα κατάφερε. Οι “Ψίθυροι καρδιάς” ήταν το διαβατήριό μου για να μπω σε αυτό τον χώρο. Από εκεί και έπειτα μου άνοιξαν πολλές πόρτες» παραδέχεται. Δυσκολεύεται να ξεχωρίσει κάποιο τραγούδι του, ενώ εξηγεί ότι αγαπάει και πολλά από αυτά που δεν ακούστηκαν.

«Κάποια στιγμή θέλω να κάνω μερικές παραστάσεις που θα τις ονομάσω “Τα αδικημένα” γιατί έχω τραγούδια που πιστεύω ότι αδικήθηκαν και δεν τα γνώρισε ο κόσμος, καθώς επισκιάστηκαν από κάποια άλλα που έκαναν τεράστια επιτυχία. Με αυτό τον τρόπο θέλω να τα ξανασυστήσω στο κοινό».

Του ζητάω να θυμηθεί την πιο δύσκολη στιγμή που βίωσε κατά τη διάρκεια της καριέρας του. «Η πιο δύσκολη στιγμή ήταν όταν έχασα τον πατέρα μου και έπρεπε να πάω να τραγουδήσω στη Θεσσαλονίκη την ίδια μέρα που τον κηδεύαμε. Δεν χρειάζεται καν να σκεφτώ αν υπήρχε άλλη» λέει με συγκίνηση. Όμορφες στιγμές ωστόσο υπήρξαν πολλές, μία εκ των οποίων ήταν η πρώτη φορά που άκουσε δικό του τραγούδι στο ραδιόφωνο.

«Το όνειρο κάθε τραγουδιστή που μπαίνει στον χώρο είναι να κάνει τον πρώτο του δίσκο. Θυμάμαι λοιπόν μια μέρα ήμουν στο αυτοκίνητο και κατέβαινα τη Συγγρού όταν ξαφνικά άκουσα τον μουσικό παραγωγό στον Μελωδία να προλογίζει το τραγούδι “Τα χαμοπούλια” από τον πρώτο μου ομότιτλο δίσκο. Άναψα αλάρμ, έκανα δεξιά και σταμάτησα να απολαύσω το τραγούδι μου. Είναι μια στιγμή που δεν θα την ξεχάσω ποτέ».

Η εξέλιξή του μέσα στα χρόνια μοιάζει σαν ένα όμορφο παραμύθι, ο ίδιος όμως φροντίζει πάντα να φέρνει τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση: «Τίποτα δεν ήταν εύκολο. Απλώς όταν τα διηγούμαστε σε μια συνέντευξη μοιάζουν όλα κάπως πιο όμορφα. Κάποιος που ξεκίνησε από το χωριό του, έψελνε, ήρθε στην Αθήνα και έκανε καριέρα.

Αυτή η ιστορία όμως έχει μέσα της πολλή δουλειά αλλά και πόνο. Στον βωμό της δουλειάς έχω θυσιάσει την οικογένειά μου. Συχνά δεν μπορώ να βρίσκομαι στα γενέθλια των παιδιών μου γιατί έχω εμφανίσεις. Στερήθηκα αρκετά πράγματα. Έχω, όμως, και πολλές όμορφες αναμνήσεις, νιώθω χαρούμενος γιατί έχω μια όμορφη οικογένεια και απολαμβάνω αυτό που ζω πάντα προσγειωμένα».

Φωτογραφίες: Νίκος Μαλλιάκος

Πηγή: People

Instafeed