Αφήνει το καπέλο του στην άκρη του τραπεζιού και παραγγέλνει ένα τσάι. Έξω από τη τζαμαρία του μικρού καφέ, όλα είναι στολισμένα. Λαμπιόνια στους κορμούς των δέντρων και πλανόδιοι πωλητές με σκούφο του Άη Βασίλη στο κεφάλι. Από ένα αόρατο μεγάφωνο ακούγεται το «Feliz Navidad» με τη φωνή της Celine Dion. Τα παρατηρεί νωχελικά, σχεδόν αδιάφορα. «Νιώθω ότι η εποχή μας είναι λίγο βαρεμάρα, λίγο πλήξη, λίγο απώθηση», λέει ύστερα χαμηλώνοντας το βλέμμα. Απέναντί μου, ο κύριος Δημήτρης Καταλειφός.

– Πώς κινείστε μέσα σ΄ αυτήν την εποχή;

Αισθάνομαι ένας σαστισμένος άνθρωπος. Είμαι 65 ετών και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου το πέρασα στον 20ο αιώνα και τώρα ένα άλλο μέρος, στον 21ο. Έχουν αλλάξει τόσο γρήγορα πολλά πράγματα στη ζωή μας, στον τρόπο σκέψης μας, στην αισθητική μας, στις αξίες μας που ένας άνθρωπος της δικής μου ηλικίας δεν μπορεί εύκολα, να τα αφομοιώσει. Μοιραία, θα τα συγκρίνει με αυτό που ήξερε και από τη μία δεν θέλω να καταντήσω σαν κάτι γέρους που λένε «τα δικά μας χρόνια ήταν τα καλύτερα» από την άλλη, ομολογώ ότι δεν μου αρέσει η εποχή που ζούμε.

Πολλές φορές με εκνευρίζει, με απωθεί, με στεναχωρεί, με ανησυχεί, ώρες ώρες θα μπορούσα να πω ότι δεν με αφορά. Και αυτό δεν είναι κάτι ευχάριστο γιατί ο άνθρωπος έχει ανάγκη από κάπου να πιαστεί. Από μια πίστη. Αυτά νιώθω μιλώντας όσο πιο εκ βαθέων μπορώ. Αυτή τη στιγμή βιώνω -και το καταθέτω- μια κρίση. Ίσως επειδή μεγαλώνω και τα πράγματα δυσκολεύουν. Παίζει κι αυτό φαντάζομαι έναν ρόλο.

– Δυσκολεύεστε να ονειρευτείτε;

Πλέον κάνω πιο προσγειωμένα όνειρα, όπως να έχω υγεία. Αυτό είναι και το πιο σημαντικό. Αν με ρωτούσες βέβαια, τι θα ΄θελα αυτή τη στιγμή, θα σου ‘λεγα να ήμουν ξανά 50 χρονών και να είχα τη δύναμη να πάω να ζήσω σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, να κάνουμε εκεί, μαζί με άλλους κατοίκους ένα θέατρο – εκκλησάκι και να ανεβάζουμε έργα.

– Πιστεύετε ότι τα όνειρα είναι συνυφασμένα με την ηλικία;

Ε, είναι δύσκολο πια να φύγεις… Επίσης, όσο τα περιθώρια του χρόνου στενεύουν αναρωτιέσαι «μήπως έπρεπε τελικά, να είχα κάνει κάτι άλλο στη ζωή μου;». Σαρανταπέντε χρόνια στο θέατρο, δεν ξέρω τι σημαίνει να τρως Χριστούγεννα γύρω από το οικογενειακό τραπέζι ή να πας ένα απόγευμα Σαββάτου για έναν χαλαρό καφέ. Ομολογώ ότι τον τελευταίο καιρό φλερτάρω με την ιδέα ενός διαλείμματος από το θέατρο. Από την άλλη σκέφτομαι «και αν δεν παίζω, τι θα κάνω; Μήπως βαρεθώ από την τρίτη μέρα;»

– Δύσκολα μπορώ να πιστέψω ότι ένας άνθρωπος που έχει αφιερώσει τη ζωή του στο θέατρο, μπορεί να ζήσει χωρίς αυτό.

Πιθανόν να με πιάσει μια φοβερή κατάθλιψη! Η αλήθεια είναι πως το πιο ζωντανό κομμάτι της μέρας μου είναι η στιγμή που σβήνουν τα φώτα και αρχίζει η παράσταση. Εν προκειμένω, αυτό το θαυμάσιο έργο, ο «Θάνατος του Εμποράκου». Από την άλλη, τρως τόσο πολύ από τις ίδιες σου τις σάρκες για να αντέξεις. Με συναντάς σε ένα μεταίχμιο. Δεν ξέρω αν θέλω να συνεχίσω να κάνω θέατρο. Αλήθεια το λέω!

– Τι σας έχει απογοητεύσει;

Μιλάμε πια, για θέατρα – σουπερμάρκετ. Γίνονται 35 παραστάσεις την εβδομάδα στον ίδιο χώρο, μοιράζονται προσκλήσεις, κουπόνια, προσφορές, βγαίνουμε μόνοι μας και λέμε «η παράσταση είναι sold out, ξεπουλήσαμε!». H ελεύθερη αγορά έχει επηρεάσει τρομακτικά το θέατρο σε σημείο που νομίζω πια, ότι οι καλλιτέχνες έχουμε γίνει αυτοδιαφημιζόμενα προϊόντα.

Ο καθένας βγαίνει στο facebook και διαφημίζει τη μούρη του, την παράστασή του, την κριτική που του γράψανε, ευχαριστεί τους κριτικούς για την κριτική που του γράψανε. Όλες αυτές οι αξίες -να είσαι ταπεινός, να αφήνεις τους άλλους να σε επαινέσουν- έχουν χαθεί. Τώρα μοστράρουμε τι μας έγραψε ο ένας και τι ο άλλος.

– Έχει χαθεί ο μύθος που συνοδεύει τον καλλιτέχνη…

Και ο μύθος, και η αξιοπρέπεια! Όταν κάνεις μια δουλειά που έχει δημοσιότητα, δεν μπορείς να βγαίνεις και να παινεύεσαι. Άσε τους άλλους να το κάνουν! Θέλει μια αρχοντιά και μια αξιοπρέπεια το να είσαι καλλιτέχνης. Ο Κουν που επηρέασε όσο κανείς το ελληνικό θέατρο, βγήκε ποτέ να πει «η παράσταση είναι sold out;». Και ούτε ήταν ποτέ sold out. Ήταν ένα εκκλησάκι της Τέχνης. Ο καλλιτέχνης οφείλει να είναι ένα ανήσυχο ον που προκαλεί, προβληματίζει, ανησυχεί την κοινωνία και ταράζει τα νερά. Εδώ είναι πια, πόσα εισιτήρια κόψαμε και τι ωραίοι που είμαστε. Δεν θέλω να γενικοποιώ, σαφώς υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά σε γενικές γραμμές η Τέχνη έχει γίνει πια showbisness.

– Kαι φαντάζομαι, πως αναρωτιέστε «τι κάνω εγώ εδώ πέρα;». Σε μια Τέχνη που όπως είπατε, έχει γίνει showbisness.

Ακριβώς! Δεν ξέρω αν έχω πια, κάποια θέση σε αυτόν τον χώρο. Και δεν είναι ότι βιώνω μια αποτυχία και αυτή με έχει ρίξει. Αυτό υπάρχει εδώ και δυο – τρία χρόνια μέσα μου, μια αναρώτηση. Στο ίδιο μαγαζί που καθόμαστε τώρα, κάποτε είχα ρωτήσει μια τραγουδίστρια αν θα τραγουδήσει ξανά την επόμενη χρονιά και μου απάντησε «εδώκαμεν, εδώκαμεν». Με την έννοια πως «ό,τι είχα να κάνω, το έκανα». Δεν σου κρύβω ότι με φόβο, το μουρμουρίζω λίγο μέσα μου. Έχω σαστίσει με τον τρόπο που γίνονται σήμερα τα πράγματα.

Η συνέντευξη θα μπορούσε να έχει αυτόν τον τίτλο: «Είμαι σαστισμένος»! Όλα αυτά τα χρόνια είμαι γνωστός για τη σεμνότητά μου ως καλλιτέχνης. Πήρα λοιπόν, έναν δάσκαλο να μου μάθει λίγο το computer και ύστερα από δική του πίεση, μόστραρα και εγώ στο facebook τη φάτσα μου και το τρέιλερ της παράστασης για λόγους διαφημιστικούς. Δεν σου κρύβω ότι μετά, ένιωσα ντροπή για τον εαυτό μου. Σκέφτηκα «καλά ρε συ, τι έγιναν οι αξίες σου, τα πιστεύω σου και τα ιδανικά σου; Ξαφνικά στα 65, πας κι εσύ να παίξεις το ίδιο παιχνίδι;» Βλέπεις όμως, πως ή το παίζεις ή λες «χαίρεται». Από την άλλη, δεν είμαι ακόμη ένα χούφταλο που πρέπει να καθίσει στο σπίτι του. Έχω ακόμη δυνάμεις, επιθυμία, περιέργεια.

– Χρειάζεται και ένα ταλέντο για να «πλασάρεις» καλά τον εαυτό σου και να παίξεις αυτό το παιχνίδι, που δεν ξέρω αν το έχετε…

Δεν το είχα ποτέ και δεν με ενδιέφερε ποτέ να το αποκτήσω. Όπως δεν ξέρω και να διαπραγματευτώ τον εαυτό μου εμπορικά και να διεκδικήσω το χρήμα με έναν τρόπο πετυχημένο. Είμαι εντελώς άχρηστος σε αυτό. Είμαι ένα κορόιδο. Υποχωρητικός σαν τον Γουίλι Λόμαν από τον «Θάνατο του Εμποράκου».

– Aπό την άλλη, μήπως παραδίνουμε σημασία στα χρήματα;

Δεν είναι εύκολη η ζωή μου, Φανή. Να φανταστείς ότι είμαι 65 χρονών και ζω ακόμη στο νοίκι. Ούτε αυτοκίνητο δεν έχω. Αν δεν δουλεύω, το μόνο που μου απομένει είναι να πάρω κάποια στιγμή μια σύνταξη. That’s all! Kαι αυτό δεν είναι ό,τι καλύτερο όταν έχεις δουλέψει 45 χρόνια σαν το σκυλί. Και όταν λέω ότι έχω δουλέψει σαν το σκυλί, το εννοώ. Με θυμάμαι πάντα, να ξεκινώ πρόβες στις 12 το μεσημέρι και να τελειώνω στις 3 το βράδυ. Απίστευτα πολλές απλήρωτες ώρες. Είμαι όμως, τελειομανής. Και ζητάω πρώτα από τον εαυτό μου να μην κάνει ευκολίες.

– Όταν συναντάτε στους άλλους αυτήν την ευκολία, πώς αντιδράτε;

Και νευριάζω, και θυμώνω, και φεύγω. Έχω φύγει από δουλειές, ναι! Αυτό πολλές φορές παρεξηγείται και πολλοί συνάδελφοι με χαρακτηρίζουν «δύσκολο». Το θεωρώ τιμή μου όμως, και όχι ελάττωμα, όπως μου το καταλογίζουν. Γιατί έχουμε πήξει στους «εύκολους»…

– Εκτός σκηνής, τι άνθρωπος είστε;

Εκεί, δεν νομίζω ότι υπάρχει πιο καλόβολος και εύκολος άνθρωπος από μένα. Αν με πετύχεις το καλοκαίρι, είμαι το γλυκύτερο πλάσμα που υπάρχει πάνω στον πλανήτη. Όλα μου αρέσουν, όπου και αν πάω με ευχαριστεί, δεν έχω απαιτήσεις κ.ο.κ. Η δυσκολία αρχίζει στον θεατρικό χώρο, ιδίως την περίοδο των προβών που υπάρχει η αγωνία να συλλάβεις το έργο, τον ρόλο και τη σχέση με τους άλλους.

– Τελικά, είναι δύσκολο να ζεις με έναν ηθοποιό;

Είναι! Ειδικά όταν αυτός παίζει έργα που θέλουν απομόνωση, συγκέντρωση και δουλειά με τον εαυτό σου. Είναι αξιοθαύμαστοι για μένα οι ηθοποιοί που κάνουν οικογένεια και τα συνδυάζουν όλα. Εγώ ομολογώ ότι δεν μπόρεσα. Μου είναι τόσο δύσκολο να επιλύσω τα πρακτικά προβλήματα ακόμη και της δικής μου ζωής, που δεν έχω οικογένεια και παιδιά.

– Είχατε όμως, ως εικόνα αυτό που λέμε την «ευτυχισμένη οικογένεια»;

Να το ζούσα εγώ, εννοείς; Όχι, ποτέ δεν είχα αυτό το όνειρο. Για κάποιον καλό ή κακό λόγο, με μάγεψε το θέατρο. Χώθηκα μέσα σε αυτό, εκεί βρήκα καταφύγιο και ορμητήριο ταυτόχρονα. Και κόλλησα!

– Πείτε μου ένα κοινό χαρακτηριστικό που συναντάς σε όλους τους ηθοποιούς.

Όλοι οι ηθοποιοί, με διάφορα επίπεδα ποιότητας, έχουμε όχι ένα αλλά τρία κοινά χαρακτηριστικά: τον φόβο της έκθεσης, τον ναρκισσισμό και τη γενναιότητα. Και επειδή παίζεις στο θέατρο κάθε βράδυ, μοιραία, γίνεσαι εγωκεντρικός. Το ίδιο μοιραία, ενώ οι άλλοι άνθρωποι ζουν μια ζωή τη μέρα, εσύ ζεις μια ζωή ανάποδη. Στο θέατρο, τη νύχτα.

– Και επιστρέφεις ύστερα στο σπίτι, κλείνεις την πόρτα και λες…

«Τι μάταια που είναι όλα». Αυτό λες! Ειδικά αν δεν έχει πάει καλά η παράσταση, το λες σίγουρα! (γέλια). Από την άλλη, δεν ξέρω πώς θα ήταν η ζωή μου αν είχα γνωρίσει κάποιο άλλο επάγγελμα. Κάποτε πήγα σε έναν ψυχίατρο και μου είπε «κύριε Καταλειφέ, είστε γεννημένος καλλιτέχνης».

– Είστε γεννημένος καλλιτέχνης;

Έτσι είπε εκείνος… Είμαι γεννημένος καλλιτέχνης με την έννοια ότι η πραγματική ζωή ώρες – ώρες με φοβίζει και άλλες με πλήττει. Από πολύ μικρή ηλικία είχα ανάγκη το παραμύθι στη ζωή μου. Γι΄ αυτό και από τα πέντε μου, ήμουν κινηματογραφόφιλος. Με μεγάλωνε μια κουβερνάντα γιατί η μητέρα μου δούλευε και κάθε μέρα πηγαίναμε στο σινεμά. Τότε, τα σινεμά αρχίζαν στις 4 το απόγευμα και τελείωναν στις 12 το βράδυ. Παρακολουθούσαμε τέσσερις φορές το ίδιο έργο. Έτσι πέρασα τα παιδικά μου χρόνια. Στο σινεμά. Θέλω να πω με αυτό ότι, ήταν στο dna μου να ξεφεύγω από το πραγματικό και να μπαίνω στο παραμύθι.

– Νιώσατε κάποια στιγμή να προδίδετε αυτό το παιδί που αγαπούσε τα παραμύθια;

Θα στο απαντήσω με μια εικόνα. Παιδί 16 ετών επέστρεφα με το λεωφορείο στο σπίτι μου στη Νέα Σμύρνη και ονειρευόμουν πως φοιτώ σε ένα θέατρο όπως το Τέχνης, πως γίνομαι ένας ηθοποιός αφοσιωμένος στο θέατρο όπως ο Γιώργος Λαζάνης και ταυτόχρονα, πως είμαι ένας τίμιος άνθρωπος. Έτσι το ΄χα ονειρευτεί. Και αυτό το όνειρο, όποιο αντίτιμο και αν είχε, το έχω τηρήσει στη ζωή μου. Δεν νομίζω πως άλλαξα ιδιαίτερα από τότε. Ούτε πιο κυνικός έγινα, ούτε πιο καπάτσος. Αυτό βέβαια, πληρώνεται σε μια χώρα σαν την Ελλάδα. Γιατί όπως έλεγε και ο Τσαρούχης «στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις». Και κάπως έτσι, νίκησε η εποχή του «δείτε με, προσέξτε με, θαυμάστε με».

INFO: Ο Δημήτρης Καταλειφός πρωταγωνιστεί στο έργο «Ο Θάνατος του Εμποράκου» του Άρθουρ Μίλλερ, σε σκηνοθεσία Γιώργου Σκεύα, κάθε Τρίτη με Κυριακή, στο θέατρο Εμπορικόν.

Φωτογραφίες: Γιώργος Καπλανίδης

Πηγή: PEOPLE