2 Ιουνίου 1943. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνεται. Το ελληνικό αντιτορπιλικό «Βασίλισσα Όλγα» επιτίθεται μαζί με το βρετανικό αντιτορπιλικό «Τζέρβις» εναντίον ιταλικής νηοπομπής έξω από τις ακτές της Καλαβρίας. Λίγες μέρες μετά, στις 10 Ιουνίου, σε ένα γραφικό χωριό του Νομού Φωκίδας, την Πολύδροσο, έρχεται στη ζωή ο Αργύρης Παπαργυρόπουλος.

«Εκείνες τις μέρες έπεφταν βόμβες στην περιοχή και -από ό,τι μου είπε η μάνα μου- γεννήθηκα μέσα σε ένα κατώγι, δίπλα στα άλογα. Μάλιστα, μέχρι να ειδοποιήσουν τα ξαδέρφια μου τη μαμή που κρυβόταν λόγω του πολέμου, είχα ήδη γεννηθεί. Ύστερα, ήρθε η γιαγιά μου, από τους Δελφούς, με ένα γάιδαρο για να μας πάρει. Έχω τιμή και καμάρι το ότι κατάγομαι από τους Δελφούς, διότι εκεί πέρασα τα πρώτα μου χρόνια. Το χωριό έχει πολλά καλά. Σε κάνει πιο αληθινό, διότι δεν μπορείς να λες ψέματα και παραμύθια. Καθημερινά, το ακροατήριο είναι το ίδιο, βλέπεις τους ίδιους ανθρώπους. Το χωριό, όμως, δεν με χωρούσε καθόλου. Καθόμουν όλη μέρα στο μπαλκόνι και χάζευα προς την Ιτέα και το Γαλαξίδι. Το μυαλό μου ήταν μέσα σε μια θάλασσα να ταξιδεύω με ένα καράβι. Για να μην στα πολυλογώ, από το βουνό που ήμουν έκανα συνέχεια όνειρα» περιγράφει στο People.

«Από 12 χρόνων έχω ένσημα από το ΙΚΑ»

Στην Πολύδροσο θα βγάλει το Δημοτικό, ενώ η αφορμή για να έρθει στην Αθήνα -τη δεκαετία του 1950- ήταν ο πατέρας, Θανάσης Παπαργυρόπουλος, ο οποίος ήδη εργαζόταν στην πρωτεύουσα ως αυτοκινητιστής. «Ήταν οδηγός σε ταξί. Το παρατσούκλι του ήταν ο “Θανάσης ο μπατίρης”. Στην πορεία αγόρασε δυο δικά του ταξί» συμπληρώνει εκείνος. Το πρώτο του σπίτι στην Αθήνα βρισκόταν στα Πατήσια. Εκεί έμενε μαζί με τον πατέρα του, αλλά και έναν θείο του, ενώ αμέσως γράφτηκε στη βραδινή τεχνική σχολή Ήφαιστος, προκειμένου να μάθει την τέχνη του ηλεκτρολόγου, και τα πρωινά εργαζόταν, είτε βοηθώντας τον πατέρα του είτε τον θείο του.

«Από 12 χρόνων έχω ένσημα από το ΙΚΑ. Τα πρωινά εργαζόμουν ως βοηθός ηλεκτρολόγου. Θυμάμαι πως κάτω από την Πλατεία Κλαυθμώνος, στην εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων, υπήρχε μια πιάτσα που πέρναγε ο κόσμος και ζητούσε ηλεκτρολόγους. Πήγαινα κι εγώ το πρωί με το βαλιτσάκι μου και περίμενα να περάσει κάποιος για να βγάλω το μεροκάματο στις οικοδομές. Τα βράδια, όμως, πήγαινα κανονικά στην τεχνική σχολή και την τελείωσα ύστερα από τέσσερα χρόνια. Εκτός από τις οικοδομές, κάποιες Κυριακές βοηθούσα και τον μπάρμπα μου, ο οποίος είχε ένα Opel Kadett. Φορτώναμε πάγο από το εργοστάσιο του Φιξ και κατεβαίναμε στην παραλία της Γλυφάδας να πουλήσουμε γκαζόζες και πορτοκαλάδες. Η αλήθεια είναι πως τα γράμματα δεν τα έπαιρνα πολύ, αλλά είχα πείσμα να τα καταφέρω». Στην Αθήνα θα γνωρίσει κάποιους που τον παροτρύνουν να πάει μαζί τους ως μισθοφόρος στη Λεγεώνα των Ξένων, ένα στρατιωτικό σώμα στην υπηρεσία της Γαλλίας. «Πήγα, αλλά επειδή ήμουν πολύ μικρός, δεν με δέχθηκαν στη Λεγεώνα» αποκαλύπτει στο People.

«Έζησα δύσκολες και επικίνδυνες στιγμές»

Σε ηλικία 18 ετών θα κάνει το πρώτο του μεγάλο ταξίδι στην Αμερική. Αφορμή στάθηκαν οι διηγήσεις του παππού του, ο οποίος είχε μεταναστεύσει εκεί από το 1920. «Όλοι στην οικογένεια έλεγαν πως είχα τα ίδια χούγια με τον παππού. Εκτός από τα χούγια και το όνομά του, είχα κληρονομήσει και ένα κόκκινο σημάδι στο μέτωπό μου. Ο παππούς στην Αμερική εργαζόταν στο Σιάτλ, περνούσε τις ράγες για τα τρένα. Μου έλεγε πολλές ιστορίες και μέσα στο μυαλό μου είχα ήδη πλάσει εικόνες. Έτσι, λοιπόν, αποφάσισα να εργαστώ ως ναυτικός σε εμπορικό πλοίο. Το πρώτο ταξίδι είχε προορισμό τη Νέα Υόρκη. Έφυγα αεροπορικώς από την Αθήνα και προσγειωθήκαμε στην Αλεξάνδρεια. Από εκεί μας πέρασαν οδικώς στην Πορτ Σάιντ, όπου μπήκαμε στο καράβι με προορισμό τη Νέα Υόρκη. Όταν πιάσαμε λιμάνι και κατέβηκα, έπαθα πλάκα. Αισθάνθηκα πως ήμουν σε έναν άλλο πλανήτη και δεν σταμάτησα να την καμαρώνω. Εκεί διαπίστωσα τι πάει να πει πολιτισμός» εξηγεί.

Ως ναυτικός, την ίδια περίοδο, θα πάει στον Περσικό Κόλπο και στη Ρωσία. «Ήμουν τυχερός, διότι μέσα σε τέσσερα χρόνια πήγα σε δύο ηπείρους. Ύστερα από τη Ρωσία, πήγα Ρουμανία και Πολωνία, Ινδίες, Νότιο Αμερική και Βραζιλία. Είδα πάρα πολλά πράγματα που ένα παιδί από το χωριό δεν θα έβλεπε ποτέ. Είδα γυναίκες σαν τα κρύα τα νερά να ανοίγουν τα πόδια τους για ένα μοσχοσάπουνο και ένα καλσόν. Όλα αυτά έμειναν αποτυπωμένα στο μυαλό μου. Έζησα δύσκολες στιγμές, επικίνδυνες, αλλά έπρεπε να γίνω κι εγώ σκληρός, προκειμένου να αντιμετωπίσω τις δυσκολίες που έρχονταν. Και δεν ντρέπομαι που θα στο πω: Σπούδασα στα μεγαλύτερα πουταναριά του κόσμου, έπεσα και κολύμπησα σε βαθιά νερά, κάτι που ίσως μου στέρησε το συναισθηματισμό και τα φλερτάκια που είχαν άλλα παιδιά της ηλικίας μου. Τον έρωτα δεν τον έζησα» παραδέχεται.

«Έκανα φυλακές, με έστειλαν στην Ψυττάλεια»

Το 1961 επιστρέφει στην Ελλάδα και παρουσιάζεται στο Ναυτικό. «Μόλις είχε πεθάνει ο Παύλος και ήταν η πρώτη ορκωμοσία που έκανε ο Κωνσταντίνος ως βασιλιάς. Η ορκωμοσία έγινε στου Παλάσκα» τονίζει. Η θητεία του είναι επεισοδιακή, όπως, άλλωστε, και η ίδια η ζωή του. «Έκανα φυλακές, με έστειλαν στην Ψυττάλεια, ένα μικρό νησάκι ανάμεσα στον Πειραιά και τη Σαλαμίνα, όπου εκεί ήταν οι ναυτικές φυλακές. Τα χρόνια που υπηρέτησα τη θητεία μου θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στο μυαλό μου».

Κατά τη διάρκεια του στρατιωτικού του θα ασχοληθεί για πρώτη φορά με τη νύχτα. «Τότε η Αθήνα ήταν χωρισμένη σε δύο γειτονιές: Το Κολωνάκι, που ήταν για την high class διασκέδαση, και το Μεταξουργείο, που είχε τον υπόκοσμο και τους πιο σκληρούς της νύχτας. Στο Μεταξουργείο, λοιπόν, και στην οδό Κολωνού, ανέλαβα για πρώτη φορά ένα μπαράκι που πουλούσε ούζο, πίπερμαν, μπίρες και κονιάκ. Τότε, για να κρατήσεις ένα μαγαζί, έπρεπε να έχεις κότσια για να σε σέβονται οι νταλαβεριτζήδες. Θυμάμαι πως τότε υπήρχε στην περιοχή κι ένα μαγαζί που το έλεγαν Χαβάη. Εκεί σύχναζαν ομοφυλόφιλοι, οι οποίοι ήταν πάρα πολύ διακριτικοί και δεν ενοχλούσαν κανένα. Κάποια στιγμή, όμως, έγινε ένα φονικό στο υπόγειο του μαγαζιού και το έκλεισαν. Όταν έκλεισε η Χαβάη, αυτά τα παιδιά ξεκίνησαν να διασκεδάζουν και σε άλλα μπαράκια της περιοχής, με αποτέλεσμα να φέρουν ένα πιο χαρούμενο αέρα, διότι τις περισσότερες φορές έβλεπες τους μάγκες με το στιλέτο στην κωλότσεπη».

Το 1969, ο Αργύρης Παπαργυρόπουλος θα ανοίξει το πρώτο δικό του μαγαζί, το Jockey, στη Χαριλάου Τρικούπη. «Όταν ζήτησα από τον πατέρα μου λεφτά για να με βοηθήσει, μου είπε να μην ξαναπατήσω στο σπίτι. Η λέξη μπαρ τότε ήταν για τους αλήτες και τους περιθωριακούς. Ευτυχώς, με βοήθησε η μητέρα μου. Στα μπαράκια τότε έρχονταν πολλοί ναυτικοί. Η νύχτα ήταν ζόρικη. Η αστυνομία μάς καταδίωκε συνέχεια» εξομολογείται.

«Στην Εθνική Οδό έκανα το διδακτορικό μου στη νYχτα»

Όντας ιδιοκτήτης στο Jokey, συμβαίνει κάτι στη ζωή του, μια συμπλοκή, που τον αναγκάζει να φύγει ξανά στην Αμερική. «Άφησα τον αδελφό μου στο μαγαζί και πήγα στον Καναδά και στην Αμερική, όπου έκατσα για τριάντα μήνες. Όταν γύρισα, η αστυνομία με περίμενε στο αεροδρόμιο και με συνέλαβε. Στην αρχή πήγα στις Φυλακές Κορυδαλλού και στη συνέχεια στις Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας. Μάλιστα, ήμουν στο ίδιο κελί με τον Στράτο Διονυσίου. Τον Στράτο τον είχα γνωρίσει όταν εργαζόμουν ως σερβιτόρος σε ένα μαγαζί στην Αστόρια που τραγουδούσε. Το Zappion Pavillion. Όσο έμεινε στη φυλακή, ο Στράτος έγραψε τραγούδια για έναν δίσκο» αποκαλύπτει στο People.

Στη φυλακή θα παραμείνει συνολικά δύο χρόνια, ενώ ύστερα από την αποφυλάκισή του αποφασίζει να ανοίξει και δεύτερο μαγαζί. «Αυτή τη φορά αποφάσισα να κάνω ένα νυχτερινό κέντρο στην Εθνική Οδό, που το ονόμασα Πρόσωπο. Ήταν στο 12ο χιλιόμετρο στην εθνική Αθηνών – Λαμίας και ουσιαστικά ήταν τα πρώτα μπουζούκια που άνοιξα. Από το Πρόσωπο πέρασαν ο Πάνος Γαβαλάς, η Ρία Κούρτη και ο αδερφός του Στέλιου, ο Στάθης Καζαντζίδης. Στο Πρόσωπο έρχονταν συχνά ο Στέλιος και η μητέρα τους, η Γεσθημανή. Βέβαια, δεν σου κρύβω πως στην Εθνική Οδό είχαν γίνει ομηρικές μάχες. Έβγαιναν όπλα. Έπεφταν τουφεκιές, δεν ήταν αστεία. Οι άνθρωποι που κυκλοφορούσαν εκεί ήταν επικίνδυνοι. Είχα καταφέρει, όμως, να με σέβονται. Εκεί, στην Εθνική Οδό, έκανα το διδακτορικό μου στη νύχτα» περιγράφει.

Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1970, ο Αργύρης Παπαργυρόπουλος κάνει ένα μεγάλο βήμα στην επαγγελματική του ζωή. Κλείνει το Πρόσωπο και αναλαμβάνει την Αθηναία, ένα από τα πιο επιβλητικά μαγαζιά του Κολωνακίου, στην οδό Χάρητος. «Η Αθηναία ήταν το πιο αριστοκρατικό μαγαζί που διασκέδαζε η καλή κοινωνία, η αφρόκρεμα της Αθήνας. Εκεί με συμβούλεψε κι ένας από τους ιδιοκτήτες, ο κύριος Ανδρέας, για το πώς θα διαχειριστώ το μαγαζί. Μου εξήγησε πως ο κόσμος του Κολωνακίου είναι διαφορετικός από εκείνον που είχα συνηθίσει. Ευτυχώς, ήταν στην Αθηναία και ένας μπάρμαν, ο Γιώργος, ο οποίος έμεινε στο μαγαζί μέχρι και τα γεράματά του. Ο Γιώργος ήταν πολύτιμος στο μαγαζί και τον ζητούσε όλη η κοσμική Αθήνα. Εγώ μπορεί να ήμουν παιδί της πιάτσας, αλλά άκουγα συμβουλές, ντυνόμουν πάντα ωραία και φερόμουν καλά στο προσωπικό. Στην Αθηναία δεν έμπαινες, αν δεν φορούσες γραβάτα. Ακόμη κι αν ερχόσουν και δεν είχες γραβάτα, σου έδιναν μία στην γκαρνταρόμπα».

Από την Αθηναία περνούσαν καθημερινά εφοπλιστές, επιχειρηματίες και εστέτ της εποχής, όπως ο αρχιτέκτων Κωνσταντίνος Καψαμπέλης, ο κοσμικός και αντικέρ Κώστας Χαριτάκης, ο εφοπλιστής Δραγώνας και πολλοί άλλοι. Στην Αθηναία, ο Παπαργυρόπουλος θα βάλει ορχήστρα, πιάτα, αλλά θα κρατήσει ένα υψηλό επίπεδο όσον αφορά τους πελάτες που θα περνούν από την είσοδο του μαγαζιού.

«Τα μεγαλύτερα εγκλήματα γίνονται τη μέρα στα σαλOνια»

Το 1980, κι ενώ η Αθηναία βρίσκεται στις δόξες της, ο Αργύρης Παπαργυρόπουλος επεκτείνει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, ανοίγοντας ακόμα ένα νυχτερινό κέντρο, τα περίφημα Αστέρια Γλυφάδας. Ο απροσάρμοστος και ονειροπόλος Αργύρης του Μεταξουργείου με τους σκληρούς της νύχτας είναι πλέον ο επιχειρηματίας Αργύρης Παπαργυρόπουλος, που μαζί του φωτογραφίζονται Έλληνες και ξένοι celebrities, όπως ο Αλέκος Αλεξανδράκης και η Ornella Muti. Το πρώτο σχήμα στα Αστέρια της Γλυφάδας είναι με τη Ζανέτ Καπούγια και δύο Αμερικανίδες τραγουδίστριες, οι οποίες εμφανίζονται στην πίστα και τραγουδούν κάνοντας rollerblades. «Ήταν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει στην Ελλάδα» τονίζει. Το όνομα Αστέρια είναι συνώνυμο με το δικό του, καθώς -εκτός από χρήματα- βάζει την ψυχή του και τις ιδέες του από το 1980 έως και το 2015. «Το κράτησα για τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια» λέει με συγκίνηση.

Μέσα σε αυτά τα χρόνια εμφανίστηκαν στα Αστέρια μεγάλα ονόματα της ελληνικής μουσικής βιομηχανίας, αλλά και κάποια που δεν ήταν τόσο γνωστά κι έγιναν αργότερα. «Έπαιρνα μυρωδιά και πίστευα στα νέα παιδιά. Όταν, για παράδειγμα, είχα βάλει στην αφίσα τον Πάνο Κιάμο και τον είδε ο περιπτεράς στον απέναντι δρόμο, μου είπε “Τρελός είσαι; Πού τον βρήκες αυτόν;”. Ο Κιάμος, τότε, είχε κάνει τον πρώτο του δίσκο και ακόμη δεν τον γνώριζε το κοινό. Έγινε χαμός με τον Κιάμο και τη δεύτερη εβδομάδα του διπλασίασα το μεροκάματα. Στα Αστέρια κάναμε πολύ ωραίες συνεργασίες, όπως με τον Νότη Σφακιανάκη, την Άννα Βίσση, την Καίτη Γαρμή, την Πέγκυ Ζήνα και πολλούς ακόμα».

Τον διακόπτω και του αναφέρω τα υπέρογκα ποσά που είχαν ακουστεί ότι έπαιρναν οι καλλιτέχνες. Μεροκάματα που μεταφράζονταν σε εκατομμύρια δραχμές. «Είναι γεγονός πως σε όλες τις δουλειές στην Ελλάδα υπήρχε το πάνω από το τραπέζι και το κάτω από το τραπέζι. Και αυτό ίσχυε παντού. Στην πολιτική, στην εφορία, στις δημόσιες υπηρεσίες. Η Ελλάδα δεν είχε νόμους, όπως τα υπόλοιπα κράτη. Και όσον αφορά για αυτά που λένε για τον κόσμο της νύχτας είναι παραμύθια. Ο κόσμος της νύχτας δεν είναι τόσο άγριος. Τα μεγαλύτερα εγκλήματα γίνονται τη μέρα στα σαλόνια. Εμείς έχουμε το όνομα και άλλοι έχουν τη χάρη» αρκείται να πει.

Μέσα σε αυτά τα τριάντα πέντε χρόνια που κράτησε τα Αστέρια, έκανε παρέα με πολλούς από τους τραγουδιστές που συνεργάστηκαν μαζί του. «Ήταν περιστασιακές παρέες, για το διάστημα που ήμασταν μαζί. Παρ’ όλα αυτά, κατάφερα να διατηρήσω ορισμένες δυνατές φιλίες. Μία από αυτές είναι με τον Πασχάλη Τερζή, με τον οποίο τηλεφωνιόμαστε κάθε εβδομάδα. Όταν ο Πασχάλης ήρθε στα Αστέρια, το 1998, και βγήκε πρώτη φορά να τραγουδήσει μπροστά σε 3.000 άτομα, με έπιασαν τα κλάματα. Μάλιστα, ήταν μαζί του και η Νατάσα Θεοδωρίδου, η οποία μόλις είχε κυκλοφορήσει τον δεύτερο της δίσκο. Εκείνη τη νύχτα, είχα πει στη γυναίκα του Πασχάλη πως θα την πάρω στο τηλέφωνο να της πω πώς πήγαμε και τα χέρια μου έτρεμαν από τη συγκίνηση. Πράγματι, της τηλεφώνησα και της είπα “Μαίρη, δεν υπάρχει καρέκλα”».

«Πλέον, δεν υπάρχει κανένας ηθικός φραγμός»

Όση ώρα μιλάμε μού εξηγεί πως υπάρχουν πάρα πολλές ιστορίες που έχει να θυμάται από τα Αστέρια. Μία από αυτές ήταν την περίοδο που συνεργάστηκε με την Άννα Βίσση και τον Νίκο Καρβέλα. «Κάναμε την πρόβα τζενεράλε και την επόμενη μέρα θα άνοιγε το μαγαζί. Έξω υπήρχε η αφίσα που έγραφε Βίσση – Καρβέλας. Μόλις τέλειωσε η πρόβα, μου είπε ο Καρβέλας “Μάγκα, φεύγω”. Του απάντησε “Ναι, Νίκο. Πήγαινε να ξεκουραστείς. Αύριο έχουμε πρεμιέρα”. Και τότε γυρνάει και μου λέει “Δεν κατάλαβες. Φεύγω, πάω στην Αγγλία. Δεν μπορώ να δουλέψω. Έκανα τις πρόβες και δεν χρειάζεται να είμαι εδώ”. Φώναξα την Άννα και της είπα την απόφαση του Καρβέλα. Εκείνος επέμενε και μου έλεγε “Δεν θα με ζητήσει κανείς. Αν με ζητήσει έστω κι ένας, θα έρθω με το αεροπλάνο, που δεν μπαίνω κιόλας. Θα σκίσετε με τη Βίσση, εγώ είμαι όλο γκρίνια”. Τότε, του είπα “Φύγε, να γλιτώσω και το μεροκάματο”, με εκείνον να μου απαντά “Δεν κατάλαβες, θα το παίρνω το μεροκάματο. Θα με ξεφορτωθείς, θα σκίζει το πρόγραμμα και η Άννα θα παίρνει τα δικά μου λεφτά”. Όντως, ο Καρβέλας έφυγε, τον πλήρωνα όλο το καλοκαίρι που ήταν στην Αγγλία, το μαγαζί έσκιζε, κανείς δεν τον ζήτησε και το όνομά του ήταν έξω στη ταμπέλα. Αυτό δεν νομίζω να έχει ξαναγίνει ποτέ» αποκαλύπτει στο People.

Παράλληλα με την επιχειρηματική του δραστηριότητα, ο Αργύρης Παπαργυρόπουλος είχε έντονη παρουσία στην τηλεόραση και στα ΜΜΕ. Τον Ιούνιο του 2008, και με αφορμή τον γάμο των ομοφυλοφίλων στην Τήλο, είχε εμφανιστεί στην εκπομπή Ζούγκλα του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου και είχε μιλήσει, λέγοντας χαρακτηριστικά «Εγώ έχω δύο αγόρια. Προτιμώ να τα δω στην κάσα, παρά μπρούμυτα και να τα πηδάνε». Η συγκεκριμένη δήλωση, αλλά και η στάση του εκείνη την ημέρα στην εκπομπή είχαν προκαλέσει αρνητικά σχόλια. Άραγε, μετανιώνει για τη συγκεκριμένη φράση, αλλά και για όλα όσα είπε εκείνο το βράδυ;

«Κανένας πατέρας δεν θέλει να χάσει τα παιδιά του, αλλά δεν μετάνιωσα για αυτό που είπα. Μεγάλωσα σε μια εποχή που η μπέσα, η μαγκιά και η λεβεντιά ήταν λέξεις που δεν υπάρχουν πια. Τιμώ την εποχή που μεγάλωσα. Από την άλλη, δεν έχω κανένα πρόβλημα με τους ομοφυλόφιλους. Εγώ μεγάλωσα με αυτά τα παιδιά, τα προστάτεψα. Έχω πολλούς φίλους gay και τους αγαπάω. Έχουν έρθει και στο σπίτι μου και ήταν αξιοπρεπείς. Πλέον, όμως, όλα είναι πολύ ελεύθερα και αυτό με φοβίζει. Το να προβάλλεται τόσο πολύ το θέμα της ομοφυλοφιλίας, του γάμου μεταξύ τους, της υιοθέτησης παιδιών και να φτάσουμε στο τέλος να το θεωρούμε και τιμή, αυτό πιστεύω πως δεν χρειάζεται να συμβαίνει. Θεωρώ πως πλέον δεν υπάρχει κανένας ηθικός φραγμός πουθενά κι αυτό είναι κάτι που μου κακοφαίνεται».

«Δεν έχω ούτε σύνταξη»

Αν κάποιος βάλει το όνομά του στη μηχανή αναζήτησης της google, θα διαβάσει πως οι τράπεζες έβγαλαν σε πλειστηριασμό τρία ακίνητα στο Κολωνάκι, αλλά κι άλλες ειδήσεις που τον θέλουν να βρίσκεται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, ύστερα από την αποχώρησή του από το χιονοδρομικό κέντρο του Παρνασσού. «Όλα έχουν φύγει. Δεν ντρέπομαι να στο πω. Δεν ζητάω οίκτο, αλλά ζητάω δικαίωση. Αισθάνομαι πως αδικήθηκα από το κράτος. Όταν πήγα στο χιονοδρομικό κέντρο του Παρνασσού, έβαλα 1,5 εκατ. ευρώ για να το φτιάξω από την αρχή και στο τέλος έχασα 5 εκατ. ευρώ. Πλήρωνα κάθε χρόνο μίσθωμα 330.000 ευρώ κι όταν ζήτησα να μου κάνουν μείωση, το κράτος δεν το δέχτηκε, με αποτέλεσμα να με διώξουν κι αυτός που το πήρε έπειτα από μένα να δίνει 61.000 ευρώ τον χρόνο. Αυτά δεν γίνονται. Το Δημόσιο, πλέον, το φοβάμαι κι είμαι υπέρ της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των έξυπνων μυαλών».

Έπειτα από τόσα χρόνια, πολλοί ίσως να φαντάζονται πως είναι πολύ δύσκολο να έχει μείνει χωρίς χρήματα ο Παπαργυρόπουλος, από τη στιγμή που διαχειριζόταν εκατομμύρια ευρώ. «Δεν έχω ούτε σύνταξη. Η εταιρεία μου είναι ακόμα ανοιχτή. Μάζεψα γύρω στους 300 μήνες φυλακή από εφορία, ΙΚΑ και ΦΠΑ. Δεν άφησα, όμως, κανέναν απλήρωτο από το προσωπικό και τους συνεργάτες μου. Δεν θα σου πω ψέματα: Η ζωή μου δεν είναι εύκολη. Προσπαθώ, όμως, να έχω την αξιοπρέπειά μου και βιοπορίζομαι με τα λεφτά που βγάζω. Δεν παίρνω από πουθενά αλλού. Επίσης, χαίρομαι που κανείς δεν θα βρει να πει κάτι κακό για μένα. Από συνεργάτες μέχρι τον τελευταίο μου υπάλληλο. Η προίκα που θα αφήσω στα παιδιά μου θα είναι το όνομά μου. Τη συνείδησή μου την έχω καθαρή και αντιλαμβάνομαι πως δεν είχα επιτυχία σε όλα. Έφτασα στο σημείο να έχω σπίτια στο Λονδίνο και καταθέσεις. Αλλά, όπως σου είπα και πριν, έφυγαν όλα».

«Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να κρατήσω την οικογένειά μου ενωμένη»

Αφήνοντας πίσω το παρελθόν και ερχόμενοι στο παρόν, του ζητάω να μου πει πώς είναι η ζωή του σήμερα. «Φεύγοντας από αυτή τη ζωή, η τελευταία μας κατοικία έχει 50 πόντους πλάτος και δύο μέτρα μήκος. Τόσο είναι το κουτί που σε βάζουν και δεν χωράει τίποτα άλλο να πάρεις μαζί σου. Χαίρομαι για τη ζωή που έζησα. Έζησα μια ζωή γεμάτη, αλλά ακόμα δεν έχω παραιτηθεί. Ήρθα από το χωριό στην Αθήνα, γνώρισα πολλούς ανθρώπους και σίγουρα όλα όσα έζησα μου έμαθαν πολλά πράγματα. Ο τρόπος ζωής μου ίσως να μη με βοήθησε να κάνω τη σωστή οικογένεια. Κάποια στιγμή, αποφάσισα να παντρευτώ. Η γυναίκα μου, η Λιάνα, πέρα από μια όμορφη γυναίκα, είναι κι ένας θαυμάσιος άνθρωπος. Στο παρελθόν, είχε λάβει μέρος σε καλλιστεία και βγήκε νικήτρια. Μάλιστα, η διοργανώτρια των καλλιστείων είχε πει πριν ξεκινήσει ο διαγωνισμός με χιούμορ πως “Αυτή που θα βγει πρώτη, θα παντρευτεί τον Αργύρη”. Και συμπτωματικά παντρευτήκαμε! Λόγω της δουλειάς μου, όμως, γυρνούσα τα ξημερώματα στο σπίτι. Κάποια στιγμή, αγανάκτησε, με έδιωξε και να ’ναι καλά που με έδιωξε. Οι σχέσεις μας είναι καλές, αλλά δεν γινόταν να μείνουμε μαζί. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να κρατήσω την οικογένειά μου ενωμένη. Ίσως να φταίει πως κι εγώ έφυγα από τη δική μου οικογένεια σε πολύ μικρή ηλικία. Ήμουν πάντα εργένης, αγρίμι και extreme σε όλα μου. Όταν, όμως, γεννήθηκε ο πρώτος μου γιος, ο Νάσος, άλλαξε η ζωή μου. Οι πιο γλυκές στιγμές της ζωής μου ήταν οι στιγμές που αγκάλιαζα τα δύο παιδιά μου, τον Νάσο και τον Άρη. Εκείνες οι στιγμές ήταν σαν να αγκάλιαζα ολόκληρο τον κόσμο».

Φωτογραφίες: Νίκος Μαλιάκος

Όλα τα νέα, πλούσιο ρεπορτάζ, καθημερινές στιγμές διασήμων και ξεχωριστές στιγμές καθημερινών ανθρώπων στο People, που κυκλοφορεί μαζί με το Έθνος της Κυριακής