Άγριες Μέλισσες, επεισόδιο 1ο. Η Ελένη Σταμίρη παντρεύεται τον Σέργιο Σεβαστό. Είναι μια στιγμή πόνου για εκείνη, καθώς ο γάμος είναι για να διαφυλάξει το κτήμα της οικογένειας και να μην συνεχίσει να τις πολεμά ο Δούκας. Είναι ένας μικρός θάνατος για εκείνη. Είναι μια βουβή σκηνή. Αλλά πάνω από τη βουβαμάρα της Ελένης ακούγεται μια μελωδία. Και μετά και μια φωνή. Τα Μάτια Κλειστά και τ΄αυτιά ανοιχτά για τον Alex Sid ή κατά κόσμον Αλέξανδρο Σιδηρόπουλο.

Με το τραγούδι Μάτια Κλειστά συστήνεται στην πλατιά μάζα του κοινού και το κάνει με ένα μουσικό ύφος που δεν είχε μέχρι αυτό το σημείο στην πορεία του. Ο Alex ζούσε για χρόνια στο Λονδίνο, όπου δούλευε σε ένα στούντιο παραγωγής ταινιών και ήταν στο κομμάτι του ήχου και της μουσικής. Εύλογα, τα τραγούδια του είχαν αγγλικό στίχο και μελωδία που δεν είναι συνηθισμένη προς το ελληνικό κοινό.

Οι Άγριες Μέλισσες ήρθαν στη ζωή του και εκεί βρήκε κι έναν άλλο τρόπο να εκφράζει τις μουσικές και συναισθηματικές του επιθυμίες. Με ελληνικό στίχο και μελωδία που να ανταποκρίνεται στην ατμόσφαιρα της εποχής στο Διαφάνι.

Το τραγούδι Μάτια Κλειστά που κυκλοφόρησε από την Panik Oxygen στα μέσα Δεκεμβρίου έφερε στο σοσιαλμιντιακό του κατώφλι πλήθος κόσμου που θέλει να τον μάθει περαιτέρω και διψάει για νέα τραγούδια, είτε που θα επενδύουν τη σειρά είτε και εκτός της σειράς.

Αυτή ήταν μια καλή ευκαιρία να προσεγγίσουμε τον Alex Sid και να του ζητήσουμε να μας «απλώσει» την μέχρι τώρα ζωή του σε μια συνέντευξη που εξελίχθηκε σε μια πολύ βαθιά συζήτηση και που δύσκολα μεταφέρεται με τις λέξεις. Σε κάθε περίπτωση, αυτός είναι ο Alex Sid μέσα από τα δικά του λόγια.

Για τις Άγριες Μέλισσες

Ένα τραγούδι που προέκυψε τυχαία

«Άρχισα να γράφω τη μουσική για τις σκηνές. Το Μάτια Κλειστά μπήκε για πρώτη φορά στο πρώτο επεισόδιο, στη σκηνή του γάμου. Τα λόγια δεν ήταν προγραμματισμένο να μπουν. Καθώς έγραφα τη μουσική, μου ήρθε η έμπνευση και έγραψα ένα τετράστιχο, ίσως και παραπάνω, και έδενε πολύ ωραία με τη σκηνή. Το δείχνω στον σκηνοθέτη, τον Λευτέρη τον Χαρίτο και μου λέει «ωραίο, αλλά δεν το χρειάζομαι σε αυτή τη σκηνή. Δώστο να το έχω όμως». Η σειρά είναι να κάνει πρεμιέρα Κυριακή κι εγώ μαθαίνω το ίδιο πρωί ότι θα παίξει.

Εγώ είχα σκοπό ως τότε να πω σε μια τραγούδιστρια να το πει και να το κυκλοφορήσουμε με εμένα απλά ως δημιουργό, όχι ως ερμηνευτή. Όταν όμως έπαιξε, μου έστελναν διάφορα μηνύματα απλοί τηλεθεατές και στην ουσία το συνέδεσαν μαζί μου. Και μετά ξαναμπήκε το κομμάτι στο 10ο επεισόδιο και άρχισε να αναρωτιέται κόσμος για το τραγούδι. Εκεί κατάλαβα ότι πρέπει να το κάνω δικό μου. Δεν γίνεται να το δώσω αλλού. Θα ήταν άκυρο. Σαν να το αφαιρούσα και να έλεγα ότι δεν είμαι εγώ αυτός. Ο σκηνοθέτης και όλη η ομάδα που δούλευαν το επεισόδιο λίγο πριν βγει, κάπως και για κάποιο λόγο αποφάσισαν να βάλουν το τραγουδι με φωνή, όχι μονο το ορχηστρικό κομμάτι».

«Με το Μάτια Κλειστά έγινε το εξής όμορφο. Είχα γράψει το κουπλέ πρώτα. Είχα και το ρεφρέν, αλλά δεν το είχα βάλει, γιατί δεν χρειαζόταν για αυτή τη σκηνή. Και μια μέρα είπα να το βάλω, το είπα δύο τρεις φορές και έμεινε. Έτυχε να είναι ωραίο το συναίσθημα μέσα σε όλο αυτό. Τα πάντα είναι το συναίσθημα».

«Για να γράψω το τραγούδι είδα πρώτα τη σκηνή του γάμου. Εκεί που η Ελένη κλαίει. Σκέφτηκα ότι πρέπει το τραγούδι να έχει ένα θέμα που να ανήκει στους Σεβαστούς. Και σε αυτό το θέμα να είναι εγκλωβισμένη η Ελένη, να μιλάει για εκείνη. Όπως βγήκε στην πορεία, φτιάχτηκε μια ατμόσφαιρα, μια μελωδία, ένας συναισθηματισμός που αποτυπώνει και τον εγκλωβισμό της, αλλά και την επιθυμία της να απελευθερωθεί. Κι όσο άκουγα τη μελωδία κι έβλεπα και τη σκηνή, έδεναν όμορφα μεταξύ τους, δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα.

Κι εγώ ως καλλιτέχνης κάπως μπήκα μέσα στην ψυχολογία, σε αυτόν τον κόσμο και απορροφήθηκα τελείως. Πάνω σε αυτό ήρθε η ιδέα με τη μελωδία της φωνής. Κι όταν μπήκε αυτή η μελωδία, βοήθησε ακόμα περισσότερο να μπω στο συναίσθημα αυτής της εποχής. Μετά όλα παίρνουν το δρόμο τους γιατί το ένα θρέφει το άλλο. Γεννήθηκαν οι στίχοι, το συζήητησα με κάποιους γύρω μου για να πάρω ιδέες και βγήκε όλο αυτό. Είμαστε κι εμείς θεατές. Άμα μας κλωτσάει κάτι, το νιώθουμε. Η σκηνή η συγκεκριμένη για παράδειγμα έχει και διάλογο. Προσπάθησα σε αυτό το σημείο να ησυχάσει η μουσική, να μην ακούγεται η φωνή μου, να μην υπάρχουν πολλά όργανα.

Γιατί αν έπαιζα και τραγουδούσα πάνω στον διάλογο, θα προκαλούσα σύγχυση στον θεατή και θα έκλεβα από τους πρωταγωνιστές που αυτοί είναι που κάνουν τη σκηνή. Δεν είμαι εγώ ο πρωταγωνιστής στη σκηνή. Αυτοί είναι οι χαρακτήρες. Εγώ είμαι ο τροβαδούρος στο πλάι που δεν πρέπει να μιλάω όταν μιλάει ο βασιλιάς. Πας με σεβασμό σε αυτό που δημιουργούν ο σκηνοθέτης και ο μοτέρ. Εσύ πρέπει κάπως να κουμπώσεις επάνω τους. Ειδάλλως, θα έγραφα τη μουσική και θα τους έλεγα «κάντε μια ταινία για τη μουσική αυτή»».

Πώς τον επέλεξαν 

«Στην Ελλάδα είμαι στο χώρο 7-8 χρόνια. Γύρισα το 2011 από το Λονδίνο και μπήκα κατευθείαν στη δουλειά. Δύο μήνες αφότου ήρθα, έκανα τη μουσική για μια παράσταση και μετά ασχολήθηκα με το σινεμά, ως sound designer. Σιγά σιγά μπήκα στο χώρο και γνώρισα κόσμο. Έκανα τον Μαγικό Καθρέφτη, την πρώτη μου ταινία μεγάλου μήκους, μετά ένα ντοκιμαντέρ, κάτι μικρού μήκους ταινίες – ο κόσμος άρχισε να με μαθαίνει. Με κάποιον τρόπο γνωρίστηκα με τον Λευτέρη και είχε ακούσει και τη δουλειά μου.

Το καλοκαίρι τελείωσα τη δουλειά στην ταινία Echoes of the Past και υπήρχε υλικό από εκεί, που το είδε ο Λευτέρης. Με πήρε τότε τηλέφωνο και με ρώτησε αν θέλω να κάνω μια πρόταση. Έπρεπε να περάσει κι από ένα ολόκληρο σύστημα παραγωγής η πρότασή μου. Έτσι λειτουργεί αυτό. Έκανα λοιπόν την πρόταση, ήμουν στο Λονδίνο τότε, δανείστηκα μια κιθάρα κι ένα recorder από φίλους, προσέθεσα και μερικά άλλα πράγματα κι έτσι πήρα τη δουλειά. Θα κυκλοφορήσει τώρα κι ένα νέο τραγούδι. Πριν λίγα επεισόδια έπαιξε το Κάθε Δειλινό και τώρα έχουμε γράψει ένα ακόμα με την Ουρανία Πατέλλη».

Τι άλλαξαν οι Άγριες Μέλισσες στον δικό του τρόπο έκφρασης και δημιουργίας

«Είναι τρομερό αυτό που συμβαίνει με το κοινό. Το βιώνω πρώτη φορά τώρα με τις Άγριες Μέλισσες. Μου στέλνουν άνθρωποι «θα γράψετε κι άλλα; πότε θα βγει το επόμενο;» και όλα αυτά. Κάτι τέτοιο σίγουρα δημιουργεί μια προσδοκία προς τον καλλιτέχνη και από τον ίδιο τον καλλιτέχνη προς τον εαυτό του και όλο αυτό που δημιουργείται ως υπόσχεση. Θα είναι το ίδιο ωραίο τραγούδι το επόμενο που θα βγάλει ο Alex Sid; Αυτό έγκειται και σε ένα κομμάτι δημιουργίας μιας περσόνας.

Εμένα δε με ενδιαφέρει να χτίσω μια περσόνα και να ταχθώ αποκλειστικά στο είδος μουσικής που με μαθαίνει τώρα το κοινό από τις Άγριες Μέλισσες. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν το απορρίπτω. Θα ήμουν αγνώμων αν το έκανα. Άλλωστε, αυτή τη στιγμή για να δημιουργώ τέτοια τραγούδια σημαίνει πως εκφράζομαι μέσα απ΄αυτά και βάζω συναίσθημα. Απλώς δεν θέλω να περιοριστώ σε ένα και μόνο είδος.

Και με αυτή τη λογική τοποθετούμαι κι απέναντι σε άλλους καλλιτέχνες. Δεν μπορώ να επικρίνω κάποιον επειδή δοκιμάζει καλλιτεχνικά κάτι που εμένα δε με καλύπτει και ακυρώνει τη συνθήκη που ξεκίνησε τη σχέση μας. Αυτό συμβαίνει και στις σχέσεις με τους ανθρώπους που θεωρούμε ότι αλλάζουν, συμβαίνει και στις συνεργασίες στη δουλειά. Θυμάμαι είχα περάσει μια εποχή που άκουγα πολύ Dead Can Dance. Κάποια στιγμή κουράστηκα. Έβγαλαν ένα καινούργιο άλμπουμ τώρα, άκουσα το πρώτο τραγούδι και το έκλεισα κατευθείαν».

Ο Alex Sid πριν και πέρα από τις Άγριες Μέλισσες

«Σε όλα αυτά τα χρόνια έγραφα κυρίως στ΄αγγλικά. Είχα αρκετές ελληνικές ιδέες που τις είχα βάλει κάτω, αλλά δε μου έβγαιναν. Έζησα πολλά χρόνια στην Αγγλία, η γυναίκα μου είναι μισή Αγγλίδα, τα παιδιά μου κι αυτά δίγλωσσα, οπότε τ΄αγγλικά μου είναι εύκολα, βγαίνουν πιο άνετα. Πάντοτε έλεγα ότι για να γίνει κάτι στη χώρα που ζεις, πρέπει να τραγουδήσεις στη γλώσσα αυτής της χώρας. Αυτό αν θες να κάνεις κάτι επαγγελματικό, να έχεις μια πορεία. Αν δεν είχαν έρθει οι Άγριες Μέλισσες, θα ακολουθούσα έναν δρόμο με τραγούδια στ΄αγγλικά, να τα κυκλοφορώ στο Youtube και να το τρέχω μόνος μου. Άμα είσαι στην Ελλάδα κι έχεις μόνο αγγλικό στίχο, κάπως περιορίζεσαι».

«Όλοι έχουμε όνειρα όταν είμαστε μικροί. Φανταζόμαστε μεγαλεία. Όμως για να φτάσεις εκεί, πρέπει πρώτα να εκφραστείς και να το κάνεις με ειλικρίνεια. Αν κάποιος πάει να προσαρμοστεί σε νόρμες για να γίνει σταρ χωρίς να έχει διανύσει μια απόσταση, στο τέλος θα ακουστεί ψεύτικο αυτό που θα παράξει. Εμένα μου είναι δύσκολο να αλλάξω τον τρόπο που εκφράζομαι μουσικά. Νομίζω ότι είναι ζωτικό για μένα να εκφράζομαι με αυτό το ύφος. Μόνο έτσι επικοινωνώ με τους άλλους.

Με την Ουρανία που έχει γράψει τους στίχους για το Κάθε Δειλινό, έχουμε κάνει άλλα 8 τραγούδια και είναι όλα ελληνικά. Κάποια θυμίζουν και αρκετά τα ρεμπέτικα της εποχής του ’60. Είναι το πρώτο τέτοιου είδους για μένα. Επειδή παίζω μπαγλαμά, μου ήρθε αυτή η ιδέα, κάτι μου έκανε ο ήχος και είπα να το μετατρέψω σε τραγούδι. Δεν το έκανα με γνώμονα το αν θα πουλήσει ή για να προσαρμοστώ εγώ στα ακούσματα κάποιου κοινού. Νομίζω θα δυσκολευόμουν πολύ αν μου ζητούσε κάποιος να κάνω κάτι τέτοιο. Ελπίζω να μη βρεθώ σε αυτό το…μονοπάτι».

«Παίζω μαντόλα, παίζω κρουστά, κύμβαλα, πλήκτρα. Πιάνουν τα χέρια μου με τα όργανα, καταλαβαίνω τις συγχορδίες, τις βάζω εκεί που πρέπει. Όταν άρχισα να γράφω τραγούδια, ήθελα να βάλω τα όργανα που παίζω για να εμπλουτίσω τις μελωδίες. Δεν ήθελα να βάλω τυποποιημένους ήχους.

Ήθελα να τους παράξω όλους τους ήχους εγώ, γιατί μόνο έτσι θα είχε η μουσική μου έναν αυθεντικό χαρακτήρα. Στα ξενόγλωσσα τραγούδια παίζω σχεδόν σε όλα μόνος μου, εκτός από κάποια τραγούδια που έχουν παιξει μπάσο καλοί φίλοι και σε ενα κομματι ένας τρομπετίστας».

«Καμιά φορά σκέφτεσαι ένα κομμάτι, το πώς θα το κάνεις, και θέτεις ένα τελικό σχήμα γι΄αυτό. Αλλά συνήθως καταλήγεις σε κάτι άλλο απ΄αυτό που φαντάστηκες. Άλλες φορές είναι καλύτερο, άλλες δεν φτάνει στο σημείο που νόμιζες ότι θα φτάσει. Αυτή είναι η ομορφιά του πράγματος».

«Όταν φτάνω στην ημέρα που κάνω την ηχογράφηση σε ένα τραγούδι, εκεί έχει ολοκληρωθεί και η σχέση μου με αυτό ως δημιουργός. Μετά λίγο το αφήνω, γιατί νομίζω ότι οι ιδέες που έχουν οι άνθρωποι που δημιουργούν, τους σταματούν από το να έχουν την επόμενη ιδέα. Αν έχω ένα τραγούδι και το κουβαλάω συνέχεια μαζί μου, παίρνει ένα μέρος της δημιουργικότητάς μου. Πρέπει να το αφήσω να φύγει. Δεν γίνεται να κάθομαι να αναρωτιέμαι για το κάθε τραγούδι.

Συνήθως μου συμβαίνει το εξής. Μόλις τελειώνω ένα κομμάτι, το ακούω εκατό φορές τις πρώτες ημέρες και μετά δεν το ακούω ξανά. Περνάει ο καιρός και κάποια στιγμή πολύ πολύ μετά, έχεις ξεχάσει τις λεπτομέρειες που σε βασάνιζαν πριν για μια λέξη, μια νότα, το mix και ακούς μόνο το έργο.

Κι εκεί το κρίνεις όσο πιο καθαρά γίνεται. Έκανα αυτό που έκανα. Θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο; Ναι. Αλλά πλέον δεν αλλάζει. Ειδικά αν αφορά μια σκηνή σε ταινία ή σειρά. Εκεί ο χώρος σου είναι πολύ συγκεκριμένος».

«Εσχάτως πέρασα μια εποχή που δεν άκουγα μουσική. Κυρίως λόγω του κινηματογράφου. Ιδίως στο Λονδίνο ήμουν σε μια φάση που δούλευα από τις 9 το πρωί ως τις 2 τη νύχτα και ήθελα όταν γυρίζω σπίτι μου να ακούω μόνο την ησυχία της κουζίνας μου. Έχω ένα μουσικό κενό από τα 23 μου μέχρι τα 30 μου, που άκουσα όση μουσική ακούνε άλλη σε ένα μήνα. Άκουγα μόνο τα soundtrack που ήταν μέρος της δουλειάς μου στην Αγγλία».

Το ταξίδι στη Λατινική Αμερική: Από τη ζούγκλα σε ένα ορφανοτροφείο

«Μια εποχή είχα μπουχτίσει με το Λονδίνο. Ήθελα να φύγω από τη μεγάλη πόλη και να πάω κοντά στη φύση. Το Λονδίνο είναι πανέμορφη πόλη αν είσαι τουρίστας. Αν δουλεύεις για 10 χρόνια από το πρωί ως το άλλο πρωί, θες να φύγεις. Όλα μου τα τραγούδια μιλάνε γι΄αυτή την ανάγκη μου να φύγω. Πήγα τότε στη Λατινικη Αμερική για έξι μήνες και μετά γύρισα στην Ελλάδα. Είχα πάει με την τότε φίλη μου, τώρα γυναίκα μου και κάναμε εθελοντική εργασία. Ήμασταν σε έναν οργανισμό που αγοράζει εκτάσεις γης για να μην τα εκποιήσουν εταιρείες για καλλιτέργειες, αγελάδες και φοινικόδεντρα και μετά ήμασταν εθελοντές σε ένα ορφανοτροφείο.

Και τα δύο αυτά προέκυψαν από μόνα τους. Θυμάμαι είχαμε πάει στη ζούγκλα, περπατήσαμε έξι ώρες και ήμασταν σε μια πλατφόρμα στη μέση του πουθενά. Αυτό με σημάδεψε και με καθόρισε. Άλλαξε το τι ήθελα να κάνω και για τη ζωή μου και για τον πλανήτη. Αυτό που γίνεται τώρα για το περιβάλλον που είναι πρώτη συζήτηση, τότε δεν ενδιαφερόταν κανείς. Και στην Ελλάδα και στην Αγγλία.

Ήταν μια πολύ πνευματική εμπειρία. Μπήκαμε μέσα στη ζούγκλα και όλα πάλλονται, αισθάνεσαι τη ζωή παντού, ακόμα κι αν δεν βλέπεις την κίνηση. Ο ήχος, η βλάστηση, ότι δεν βλέπεις τον ουρανό, όλο αυτό είναι μια πολύ έντονη εσωτερική εμπειρία. Είναι κάτι πανέμορφο να είσαι στη ζούγκλα πάνω σε μια πλατφόρμα που στηρίζεται σε πασσάλους, με μια σκεπή, με πλαστικό για να μη σαπίσει η σκεπή, να μην κοιμάσαι κάτω γιατί θα σε φάνε τα έντομα και τα ερπετά, να μη βλέπεις τίποτα το βράδυ στο σκοτάδι και το πρωί να ξυπνάς από τις φωνές των μαϊμούδων. Δεν περιγράφεται όλη αυτή η αρχέγονη σύνδεση. Ξυπνούν συναισθήματα που υπάρχουν πριν καν υπάρξεις εσύ ως άνθρωπος, πριν τον πολιτισμό.

Μετά στο ορφανοτροφείο μου γεννήθηκε η επιθυμία να κάνω παιδιά. Εκεί δεν είδαμε επώδυνες ιστορίες που μπορεί να φαντάζεσαι. Τα παιδιά είναι παιδιά, θέλουν να παίξουν, να ζήσουν και σε κάνουν κομμάτι αυτής τους της επιθυμίας. Δεν έρχονται να σου επικοινωνήσουν ότι δεν έχουν γονείς κτλ. Θέλουν μόνο την προσοχή σου».

* Ο Alex Sid ετοιμάζει έναν δίσκο με 8 τραγούδια μαζί με την Ουρανία Πατέλλη και με καλλιτέχνες όπως η Αναστασία Μουτσάτσου, η Χριστίνα Μαξούρη, ο Δημήτρης Μπάκουλης και η Ευτυχία  Μητρίτσα.

Ακόμα θα κυκλοφορήσει τον αγγλόφωνο δίσκο του με τίτλο «HOME» τον Ιανουάριο του 2020.

** Με την Αναστασία Μουτσάτσου θα δώσουν δύο live στη σκηνή του Γυάλινου Μουσικού Θεάτρου στις 14 & 21/2.

Για περισσότερο Alex Sid και για να μαθαίνετε τα νέα του, μπείτε στο Facebook page του.

Διαβάστε ακόμα:

Μελίνα Τσαμπάνη: Η γυναίκα πίσω από την επιτυχία της σειράς «Άγριες Μέλισσες» μέσα από τα δικά της λόγια