Από τότε που θυμάται τον εαυτό του θέλει να γίνει ηθοποιός. Δεν υπήρξε κάποια παράσταση που τον ώθησε σε αυτή την επιλογή, ήταν σαν μια έμφυτη κλίση που τον οδηγούσε στο σανίδι. Στις Πανελλήνιες Εξετάσεις ο Αγησίλαος Μικελάτος πέτυχε στο τμήμα Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, επέλεξε όμως να κάνει guest εμφανίσεις στις αμφιθεατρικές αίθουσες ενώ παράλληλα προετοιμαζόταν για τις εισαγωγικές εξετάσεις του Εθνικού Θεάτρου: «Από μικρός συμμετείχα σε όλες τις παραστάσεις. Όταν μάλιστα πήγα στο γυμνάσιο ξεσήκωνα ο ίδιος τους καθηγητές για να παρουσιάσουμε στο τέλος κάποιο έργο. Όσο περνούσε ο καιρός γινόταν όλο και πιο έντονη η επιθυμία μου για να ασχοληθώ επαγγελματικά με την υποκριτική.

Στην Τρίτη Λυκείου λοιπόν που όλοι οι συμμαθητές μου πήγαιναν φροντιστήριο και διάβαζαν πολύ στο σπίτι, ένιωσα ότι έπρεπε αναγκαστικά να μπω σε αυτή τη διαδικασία γιατί είχα μείνει μόνος μου. Πέρασα ΜΜΕ στο Καποδιστριακό, αλλά ήμουν σίγουρος ότι δεν πρόκειται να ασχοληθώ με αυτό», εξηγεί και συνεχίζει «Η μητέρα μου με στήριζε πάντα. Από την άλλη, γνώριζα πως ο πατέρας μου θεωρούσε πως η υποκριτική είναι ένα καπρίτσιο και θα μου περάσει.

Αποφάσισα λοιπόν να περάσω στο πανεπιστήμιο και να χτίζω παράλληλα αυτό που θέλω να κάνω για να του έρθει πιο μαλακά. Ακόμα και σήμερα, όταν με προτρέπει να πάρω το πτυχίο μου του απαντάω ‘’πας καλά; Δεν υπάρχει περίπτωση’’. Είναι αστείο όμως γιατί του το λέμε και του το ξαναλέμε με τη μητέρα μου λες και έχει άνοια», καταλήγει γελώντας. Αν και την πρώτη φορά να κόπηκε στις εξετάσεις για το Εθνικό, δεν το έβαλε κάτω. Ο Αγησίλαος έχει πείσμα.

«Ήξερα ότι έχω το δικαίωμα να δώσω εξετάσει μέχρι και τα 25, οπότε είχα πει στον εαυτό μου ότι θα το παλέψω. Την πρώτη φορά που έδωσα και κόπηκα ήμουν 19 χρονών. Την επόμενη χρονιά επέστρεψα έτοιμος και αποφασισμένος ότι θα μπω και τελικά τα κατάφερα».

«Μόλις τελείωσα τη σχολή ένιωσα ότι θέλω να προσπαθήσω να πάρω τη ζωή στα χέρια μου»

Λίγο μετά το τέλος των σπουδών του αποφάσισε να εγκαταλείψει το πατρικό του στα βόρεια προάστια και να μετακομίσει στο κέντρο της Αθήνας. Δεν οδηγεί, οπότε το Παγκράτι όπου κατοικεί, ταιριάζει γάντι για τις καθημερινές του υποχρεώσεις, καθώς είναι κοντά τόσο στα βόρεια όσο και στα νότια προάστια, αλλά και στο κέντρο όπου βρίσκονται τα περισσότερα θέατρα.

«Δεν ήταν εύκολη απόφαση να μετακομίσω γιατί έχω μεγαλώσει σε μια γειτονιά που τα περισσότερα παιδιά δεν έκαναν αυτό το βήμα, πολλά από αυτά δεν το έχουν κάνει ακόμα. Μόλις τελείωσα τη σχολή ένιωσα ότι θέλω να προσπαθήσω να πάρω τη ζωή στα χέρια μου. Σκέφτηκα ‘’οι δουλειές δεν είναι εδώ αλλά τρέχουν στο κέντρο’’, οπότε αισθανόμουν την ανάγκη να είμαι πιο κοντά στα πράγματα. Παράλληλα ένιωθα ότι χρειάζομαι το καταφύγιό μου αλλά και έναν χώρο που θα τον διαμορφώσω σαν το προσωπικό μου εργαστήριο». Ανήκει στους τυχερούς του χώρου καθώς η πρώτη του δουλειά ήρθε αμέσως μετά την απόκτηση του πτυχίου του.

«Τελειώνοντας τη σχολή θυμάμαι ότι όλοι λέγαμε ‘’και τώρα; Τι κάνουμε;’’. Όταν είσαι εκεί νιώθεις προστατευμένος και δεν καταλαβαίνεις ουσιαστικά πώς είναι τα πράγματα έξω. Είναι όπως το σχολείο που σου δείχνει μια μικρογραφία της κοινωνίας, αυτή όμως δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Τις πρώτες μέρες λοιπόν ήμασταν όλοι σε αναμονή.

Δεν ξέραμε πώς να κινηθούμε, κάναμε απλά τα πρώτα μας βιογραφικά. Εκείνη την περίοδο στάθηκα τυχερός γιατί η Κατερίνα Ευαγγελάτου, που ήταν δασκάλα μου στο Εθνικό, μου πρότεινε να συνεργαστούμε στο Φάουστ του Γκαίτε που σκηνοθετούσε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Αυτό ήταν ουσιαστικά και το θεατρικό μου ντεμπούτο», εξομολογείται στο People.

«Ξέρω τι θέλω να κάνω και το ψάχνω μέσα από τη δουλειά μου»

Έχει οργανώσει με τέτοιο τρόπο την επαγγελματική του ζωή που μπορεί να πει «όχι» σε συνεργασίες που θεωρεί πως δεν τον εκφράζουν. Παρόλα αυτά δεν έχει υπάρξει θεατρική σεζόν που να βρίσκεται μακριά από το σανίδι. «Δεν έχω σταματήσει να δουλεύω. Παράλληλα όμως, κάνω τα κουμάντα μου. Υπήρξε μια περίοδος, νομίζω ήταν δύο μήνες, που δεν είχα κάτι που να με εκφράζει επαγγελματικά. Σκέφτηκα λοιπόν ότι καλύτερα να περιμένω. Δεν μου άρεσε τίποτα από αυτά που μου είχαν προτείνει και επέλεξα να κάτσω να διαβάσω. Μπορώ να σου πω ότι αυτό είναι πιο χρήσιμο από το να πας σε μια δουλειά που δεν σου λέει τίποτα», λέει με ειλικρίνεια.

Ρωτώντας τον αν τον κατέβαλε η ανασφάλεια μου απαντάει: «Δεν φοβήθηκα ποτέ. Ξέρω τι θέλω να κάνω και το ψάχνω μέσα από τη δουλειά μου». Τον χαρακτηρίζει η στοχοπροσήλωση, ενώ το αποτέλεσμα αυτής, δείχνει να τον δικαιώνει. Ο Αγησίλαος φέτος πρωταγωνίστησε στην παράσταση «Ωνάσης: Τα θέλω όλα», σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, ερμηνεύοντας τον ρόλο του Αριστοτέλη Ωνάση σε νεαρή ηλικία. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία;

«Πριν από τη συγκεκριμένη παράσταση συμμετείχα στον Ήχο του όπλου. Ένα βράδυ λοιπόν ήρθε στο θέατρο ο Σταμάτης Φασουλής και ένας εκ των δύο παραγωγών των θεατρικών σκηνών ο Γιάννης Κεντ. Δεν ξέρω αν ήταν συνεννοημένο ή αν έτυχε να έρθουν να παρακολουθήσουν την παράσταση την ίδια μέρα. Μια εβδομάδα αργότερα χτύπησε το τηλέφωνό μου από τον Σταμάτη που μου έκανε την πρόταση για τον Ωνάση. Στην αρχή δεν το πίστευα.

Θυμάμαι ήμουν στο δρόμο και πήγαινα να συναντήσω κάποιους φίλους μου σε ένα καφέ. Μόλις έκλεισα το τηλέφωνο άρχισα να τρέχω για να φτάσω γρήγορα και να τους ανακοινώσω τα νέα. Αυτοί οι μήνες ήταν ένα υπέροχο ταξίδι. Δεν κατάλαβα πώς πέρασε ο καιρός από την πρώτη φωτογράφιση που κάναμε για την παράσταση κάπου στον Άλιμο μέχρι πριν μερικές εβδομάδες που έριξε αυλαία. Βλέπεις όλα τα ωραία τελειώνουν γρήγορα».

«Είμαι φοβερά ανυπόμονος και αυτό μου έχει στοιχίσει»

Μέχρι στιγμής δεν έχει δουλέψει στην τηλεόραση. Ωστόσο, αποκαλύπτει ότι είναι κάτι που θα ήθελε να του συμβεί στο μέλλον. Προς το παρόν συνεχίζει στο θέατρο και συγκεκριμένα στην παράσταση Περηφάνια και Προκατάληψη της Jane Austen σε σκηνοθεσία Ιόλης Ανδρεάδη. Πρόκειται για μια από τις πιο δυνατές ερωτικές ιστορίες όλων των εποχών. «Εσύ πώς βιώνεις τον έρωτα;», τον ρωτάω. «Όταν έρχεται το ζω. Είναι ένα συναίσθημα που δεν το βιώνεις κάθε μέρα. Δεν το κυνηγάω. Γενικά δεν κυνηγάω τα πράγματα στη ζωή μου. Πιστεύω πως ότι είναι να έρθει, θα έρθει». Δένεται με τους ανθρώπους και η απώλεια αυτών από τη ζωή του είναι κάτι που τον φοβίζει.

«Είναι τόσο περίεργες οι ανθρώπινες σχέσεις. Είμαστε εδώ, πίνουμε καφέ, μπορεί μετά να πάμε μια βόλτα και ύστερα χανόμαστε. Με τρομάζει να χάνονται οι άνθρωποι μεταξύ τους. Είναι ένα άσχημο συναίσθημα», παραδέχεται. Αυτός ο φόβος τον έχει οδηγήσει στο να προστατεύει ιδιαίτερα τις σχέσεις της ζωής του «Δεν χρησιμοποιώ συχνά τη λέξη συγγνώμη. Δεν είναι ότι δυσκολεύομαι, απλά δεν χρειάζεται. Για να ζητήσεις συγγνώμη σημαίνει ότι κάτι δεν έχεις κάνει καλά.

Φροντίζω λοιπόν να μην πληγώνω τους ανθρώπους μου». Αν του ζητήσεις να ξεχωρίσει ένα του ελάττωμα θα σου απαντήσει χωρίς δεύτερη σκέψη. «Είμαι φοβερά ανυπόμονος και αυτό μου έχει στοιχίσει. Πολλές φορές έχω νιώσει ότι τα πράγματα θα ήταν καλύτερα αν καθόμουν στα αβγά μου και δεν βιαζόμουν να μάθω κάποια πράγματα». Κλείνοντας την κουβέντα μας τον ρωτάω αν κάνει όνειρα. Γελάει και σπεύδει να μου απαντήσει: «Επαγγελματικά; Με τίποτα. Δεν υπάρχει αυτό. Δεν σκέφτομαι το μέλλον. Μόνο σύγχυση μπορούν να σου φέρουν οι μελλοντικές σκέψεις. Αν δεν κάνεις σχέδια όλα θα πάνε καλά».

ΒΟΧ: Περηφάνια και Προκατάληψη

«Στο έργο παρακολουθούμε την εξέλιξη δύο σχέσεων. Στη μια περίπτωση πρόκειται για έναν έρωτα που αντιμετωπίζει κάποιες δυσκολίες έκφρασης και στην άλλη μια σχέση στην οποία ο ένας δεν φέρνει εμπόδια και προβλήματα στον άλλον. Αυτό που με γοητεύει στο έργο της Austen είναι ότι δεν βλέπουμε απλά δύο ερωτευμένα ζευγάρια. Εστιάζει στα μύχια των ανθρώπων και με αριστοτεχνικό τρόπο τα φέρνει στην επιφάνεια. Αυτό έχει μια γοητεία και μια σκοτεινιά. Το έργο παρουσιάζεται από Πέμπτη μέχρι Κυριακή και είναι για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων».

Φωτογραφίες: Νίκος Μαλλιάκος

Πηγή: People

Instafeed