Από τη Ντέπυ Κουρέλλου
Η ηλικία των γυναικών που γίνονται μητέρες για πρώτη φορά όλο και αυξάνεται στο λεγόμενο δυτικό κόσμο. Στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’80 η μέση ηλικία απόκτησης πρώτου παιδιού ήταν τα 24,2 έτη και με την αλλαγή του αιώνα ανήλθε στα 27,3 έτη. Πλέον, η στατιστική υπηρεσία έχει νέο «κουτάκι», που αφορά τις γυναίκες 45-50 ετών. Οι γυναίκες ξεκινούν την απόκτηση παιδιών σε μεγαλύτερη ηλικία, αυτό είναι αυταπόδεικτο, ρίχνοντας έτσι νερό στο μύλο της υπογεννητικότητας.
Η Ελλάδα και η Ιταλία καταγράφουν τον τρίτο χαμηλότερο δείκτη γεννήσεων (9‰) στην Ε.Ε., μετά τη Γερμανία (8,4‰) και την Πορτογαλία (8,5‰). Ως αποτέλεσμα της υπογεννητικότητας και της γήρανσης του πληθυσμού αλλά και του αρνητικού ισοζυγίου μετανάστευσης, υπολογίζεται ότι θα έχουμε μείωση του πληθυσμού της Ελλάδας από τα 11 εκατ. το 2013 στα 8,3 έως 10 εκατ. το 2050.  Τα δημογραφικά στοιχεία παγκοσμίως δείχνουν μια τάση αύξησης του αριθμού των γεννήσεων από γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, σε σύγκριση με τις γεννήσεις πριν από δέκα-δεκαπέντε χρόνια. Τα υψηλότερα ποσοστά γέννησης πρώτου παιδιού σε γυναίκες ηλικίας άνω των 40 καταγράφηκαν στην Ιταλία (7,2% των συνολικών γεννήσεων του πρώτου παιδιού το 2016), Ισπανία (6,6%), Ελλάδα (5,3%) και Λουξεμβούργο (4,8%).
Είναι οι μακροχρόνιες σπουδές, το σαφάρι της καριέρας, η εξασθένηση του θεσμού του γάμου και η οικονομική αβεβαιότητα που κάνουν τις γυναίκες και στην Ελλάδα να αναβάλλουν για αργότερα τη μητρότητα. Όχι χωρίς κόστος. Από τις 25 Ιουλίου 1978, όταν και γεννήθηκε στο νοσοκομείο Όλνταμ της Αγγλίας το πρώτο παιδί με εξωσωματική γονιμοποίηση, εκτιμάται ότι έχουν γεννηθεί πάνω από 5,4 εκατ. παιδιά παγκοσμίως με τη συγκεκριμένη μέθοδο, σύμφωνα με την ESHRE (European Society of Human Reproduction and Embryology). Σήμερα πραγματοποιούνται παγκοσμίως περίπου 1,6 εκατ. κύκλοι εξωσωματικής γονιμοποίησης ετησίως και γεννιούνται περίπου 400.000 παιδιά. Δηλαδή μιλάμε για ποσοστό επιτυχίας 25%. Στην Ελλάδα τα αντίστοιχα ποσοστά φτάνουν το 38%, σύμφωνα με την Εθνική Αρχή Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής.
Κι ενώ στην κοινή γνώμη έχει επικρατήσει η άποψη ότι η εξωσωματική λύνει το ζήτημα της υπογονιμότητας χαρίζοντας εντέλει στο ζευγάρι ένα παιδί, σχεδόν κανείς δεν επισημαίνει το πόσο ψυχοφθόρα μπορεί να είναι η διαδικασία για τη γυναίκα αλλά και για τον άντρα. Αυτή ήταν και η αφορμή για τη δημιουργία του Σωματείου Υποστήριξης Γονιμότητας «Κυβέλη». «Ιδρύθηκε το 1995, μετά από ζυμώσεις μηνών ανάμεσα σε υπογόνιμα ζευγάρια και επαγγελματίες του χώρου της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Ιδρύθηκε μετά από την ανάγκη ζευγαριών με προβλήματα γονιμότητας να μοιραστούν τις αγωνίες με ανθρώπους που αντιμετώπιζαν τον ίδιο γολγοθά της υπογονιμότητας» εξηγεί η αντιπρόεδρος του σωματείου, Γιάννα Μανωλιά.
Με ποιον τρόπο παρέχεται βοήθεια σε ένα ζευγάρι που προσπαθεί να αποκτήσει ένα παιδί; «Δεν είναι λίγα όσα προσφέρουν τα μέλη της “Κυβέλης”. Λειτουργεί γραμμή εθελοντικής υποστήριξης. Οι εθελοντές μας, άνθρωποι που έχουν ζήσει το ίδιο πρόβλημα, είναι πάντα πρόθυμοι να απαντήσουν στις ερωτήσεις όλων όσοι τους έχουν ανάγκη» λέει η αντιπρόεδρος.

Παράλληλα διοργανώνονται τακτικές συναντήσεις ενημέρωσης με εθελοντές επιστήμονες, γιατρούς, εμβρυολόγους και ψυχολόγους. «Κυρίαρχο ρόλο στη βοήθεια που προσφέρει η “Κυβέλη” στα υπογόνιμα ζευγάρια είναι το δωρεάν πρόγραμμα της ψυχολογικής στήριξης την 1η και 3η Τετάρτη κάθε μήνα στα γραφεία μας με την εποπτεία του ψυχολόγου Παναγιώτη Στούπα. Τέλος, εξαιρετικά σημαντικό, γιατί αποδεικνύει αφενός τις άριστες σχέσεις συνεργασίας που έχουμε αναπτύξει με τις μονάδες ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και αφετέρου τη δυνατότητα που έχουμε να βοηθήσουμε πρακτικά τα μέλη μας, είναι το πρόγραμμα υποστήριξης των οικονομικά ασθενέστερων μελών, με τη χορηγία δωρεάν κύκλων θεραπείας ή κύκλων θεραπείας με σημαντική έκπτωση από διάφορες μονάδες προς το σωματείο».

Ωστόσο ο δρόμος της εξωσωματικής γονιμοποίησης είναι τόσο βαθιά προσωπικός κι εντέλει μοναχικός, που αναρωτιέται κανείς γιατί πρέπει αυτά τα ζευγάρια να συνομιλούν μεταξύ τους. «Για να συνειδητοποιούν ότι δεν είναι οι μόνοι με το ίδιο πρόβλημα και να συμβάλλουν έτσι στην εξάλειψη του ταμπού που υπάρχει στο θέμα της εξωσωματικής γονιμοποίησης. Η υπογονιμότητα σε πολλές περιπτώσεις θεωρείται ακόμη ταμπού στην ελληνική κοινωνία επειδή υπάρχει μεγάλη έλλειψη πληροφόρησης».
Παρ’ όλα αυτά, δύσκολα ο κοινωνικός, ακόμη και ο οικογενειακός, περίγυρος μπορεί να αντιληφθεί τι πραγματικά συμβαίνει στο ζευγάρι. «Αυτό που απασχολεί τα ζευγάρια που έρχονται στην “Κυβέλη” από ψυχολογικής πλευράς είναι η μεταξύ τους σχέση, η σχέση τους με άτομα του περιβάλλοντός τους που δείχνουν έλλειψη κατανόησης ή συμπαράστασης στο πρόβλημά τους, η διαχείριση των συναισθημάτων τους σε τυχόν απώλεια κύησης ή σε πολλαπλές αποτυχίες» προσθέτει η αντιπρόεδρος της «Κυβέλης».
Όπως είναι φυσικό, μια διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης αλλάζει τη σχέση του ζευγαριού. «Η σχέση κάθε ζευγαριού δοκιμάζεται από πολλούς παράγοντες. Σίγουρα η μη έλευση παιδιού είναι ένα θέμα που μπορεί να επιφέρει τριβές. Όταν υπάρχει δυσκολία στο να παραδεχτείς το πρόβλημα το δικό σου ή του συντρόφου σου ή όταν ο ένας θέλει να προχωρήσουν σε εξωσωματική κι ο άλλος δεν θέλει ή αν ο ένας θέλει να συνεχίσουν τις προσπάθειες κι ο άλλος έχει βάλει ένα όριο προσπαθειών, όλα αυτά αποτελούν δοκιμασίες για μια σχέση. Από κει και πέρα, έχει να κάνει με την ποιότητα της σχέσης και κατά πόσο το ζευγάρι συζητά για να δει πώς θα προχωρήσει».

Συχνά διαβάζουμε για λαμπερές, διάσημες γυναίκες που στα 44, ή ακόμα και στα 50, αποκτούν παιδί. Ωστόσο καμία, με εξαίρεση, π.χ., την αείμνηστη Ρίκα Βαγιάνη, δεν έχει αποκαλύψει πως χρειάστηκε τη βοήθεια της ιατρικής για να πετύχει. Αυτές οι γυναίκες, που είναι πρότυπα, θα μπορούσαν να απενοχοποιήσουν τη διαδικασία; «Σαφώς και θα λειτουργούσε ενθαρρυντικά να μάθεις ότι και οι διάσημοι έχουν ανάλογα προβλήματα και υποβάλλονται σε ίδιες διαδικασίες» σημειώνει η αντιπρόεδρος της «Κυβέλης», Γιάννα Μανωλιά.