Η Ελληνίδα νικήτρια του Βρετανικού MasterChef, Ειρήνη Τζώρτζογλου, αναλύει στο People τους λόγους για τους οποίους που δήλωσε συμμετοχή.

Μολονότι η μαγειρική ήταν η μεγάλη σας αγάπη, η μοίρα είχε διαφορετικά σχέδια για εσάς, αφού για περισσότερα από είκοσι χρόνια κάνατε καριέρα ως τραπεζικός. Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε εκεί;

Δεν νομίζω ότι η μαγειρική ήταν ποτέ στα σχέδιά μου σε συνειδητό επίπεδο. Αν ήθελα να ασχοληθώ με κάτι τότε, ήταν η διακόσμηση εσωτερικού χώρου. Όμως, αυτό που μου άρεσε στον τραπεζικό χώρο ήταν η επαφή με την Ελλάδα, τη γλώσσα μας και τους Έλληνες, μια που επέλεξα να εργαστώ για ελληνικές τράπεζες. Ένιωθα κοντά στις ρίζες μου, κάτι που ανέκαθεν ήταν πιο σημαντικό για μένα σε σχέση με τη μεγάλη καριέρα και τις υψηλές αποδοχές. Όταν σταμάτησα να εργάζομαι, άρχισα να μαγειρεύω περισσότερο, αν και πάντα παρακολουθούσα τις τάσεις στη μαγειρική. Ανέκαθεν μου άρεσε να πηγαίνω σε καλά εστιατόρια και αγόραζα περιοδικά ή βιβλία μαγειρικής ώστε να είμαι πάντα ενημερωμένη.

 Παρακολουθούσατε το βρετανικό MasterChef στην τηλεόραση;

Ναι, όπως και το Great British Menu, το Great British Bake Off και προγράμματα συγκεκριμένων σεφ.

 Ως Ελληνίδα, σκεφτήκατε πρώτα να δηλώσετε συμμετοχή στο ελληνικό MasterChef;

Όχι, δεν το σκέφτηκα καθόλου. Ένας σημαντικός λόγος που αποφάσισα να δηλώσω συμμετοχή στο αγγλικό MasterChef ήταν η διάθεση προβολής της κουζίνας μας όπως την έβλεπα να εξελίσσεται στην Ελλάδα. Αυτή, όμως, η εξέλιξη δεν έφτανε στην Αγγλία. Οι Βρετανοί εξακολουθούσαν να πιστεύουν πως η ελληνική κουζίνα περιοριζόταν σε τέσσερα-πέντε πιάτα που έτρωγαν διαρκώς στις διακοπές τους.

Είχατε ξεχωρίσει κάποιον από τους Έλληνες διαγωνιζόμενους;

Θυμάμαι κάποιους από το πρώτο MasterChef και συνέχισα να παρακολουθώ την εξέλιξη του Άκη Πετρετζίκη.

Πώς πήρατε την απόφαση να πάτε στο βρετανικό ΜasterChef; Πότε δηλώσατε συμμετοχή;

Ήθελα να γιορτάσω τα 60 μου με κάτι σχετικά δύσκολο, που θα χρειαζόταν δουλειά και προσπάθεια και το οποίο θα οδηγούσε ίσως σε επιτυχία. Παράλληλα, μου έλειπε λίγο η πίεση αλλά και η ικανοποίηση που ένιωθα από τις απαιτήσεις της εργασίας μου όσο ήμουν στην τράπεζα. Δήλωσα συμμετοχή τον Ιούνιο του 2018 και ενημερώθηκα ότι είχα γίνει δεκτή στο τέλος Αυγούστου, ύστερα από συνεντεύξεις και οντισιόν, στην οποία έπρεπε να πάω ένα πιάτο μου. Πάνω από 3.000 άτομα δήλωσαν συμμετοχή από όλη τη χώρα, περίπου 300 πέρασαν από οντισιόν και 56 έφτασαν στο στούντιο στο Λονδίνο.

Δηλώσατε πως προετοιμαζόσασταν για έναν ολόκληρο χρόνο. Τι ακριβώς κάνατε;

Κατέβηκα στην Αθήνα και έφαγα σε αρκετά καλά εστιατόρια, αγόρασα διάφορες συσκευές, όπως παγωτομηχανή, sous vide, smoker κ.λπ. και άρχισα να πειραματίζομαι με συνδυασμούς ελληνικών συστατικών με πιάτα και τεχνοτροπίες που ανήκουν στη διεθνή κουζίνα. Μιλούσα και μοιραζόμουν σκέψεις και αναζητούσα ιδέες. Σε αυτό με βοήθησε αρκετά ο θείος μου, ο σεφ Γιώργος Αναστασάκης.

Πόσες φορές μαγειρέψατε στον διαγωνισμό και ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίσατε;

Από τις 19 Σεπτεμβρίου έως τις 19 Δεκεμβρίου μαγείρεψα στον διαγωνισμό 20 φορές, 28 διαφορετικά πιάτα και 165 μερίδες. Η μεγαλύτερη δυσκολία πριν από τον διαγωνισμό ήταν η δημιουργία συνταγών για πιάτα με ελληνικά στοιχεία που ήταν γνώριμα στους κριτές. Κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού, το δυσκολότερο που αντιμετώπισα ήταν η πίεση χρόνου για τα «φιλόδοξα», όπως πολύ συχνά ανέφεραν –σχεδόν με κατηγόρησαν–, πιάτα μου.

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People, που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή, μαζί με το Έθνος.