Από τη Φανή Πλατσατούρα

Το να είσαι τρεις ώρες και είκοσι λεπτά πάνω στη σκηνή δεν είναι εύκολο. Το να είσαι ο Γιάννης Στάνκογλου και να παίζεις κάθε βράδυ τον εμβληματικό Γιούγκερμαν, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου, περιπλέκει ακόμη περισσότερο τα πράγματα, γιατί όλα κρίνονται στη λεπτομέρεια. Έχεις απέναντί σου έναν πολύ καλό ηθοποιό, έναν πολύ έμπειρο σκηνοθέτη και τη μεταφορά στο θέατρο ενός από τα πιο πολυδιαβασμένα πεζογραφήματα της ελληνικής λογοτεχνίας με τη σφραγίδα του Καραγάτση. Γι’ αυτό μόνο τυχαίο δεν θεωρείται το ότι η παράσταση είναι ήδη sold out μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου. Ο Γιάννης Στάνκογλου μιλά σε συνέντευξή του στο περιοδικό People για την παράσταση – επιτυχία της χρονιάς.

Πώς αποφορτίζεσαι ύστερα από τρεισήμισι ώρες παράσταση;

Όχι πάντως όπως τώρα, με συνέντευξη. (γέλια) Συνήθως με ένα ποτήρι ουίσκι και Chopin ή Beethoven. Κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ ακούω κλασική μουσική.

Και πώς ξυπνάς;

Με Red Hot Chili Peppers και Beastie Boys.

Με τον Τάρλοου και το θέατρο Πορεία έχεις συνεργαστεί ξανά;

Όχι, είναι η πρώτη μου φορά. Η συνεργασία μας προέκυψε τυχαία. Έτρωγα ένα βράδυ στο Furin Kazan στο Σύνταγμα –πριν κλείσει– και ο Τάρλοου ήταν στο διπλανό μαγαζί, ένα κινέζικο. Βγήκα κάποια στιγμή να καπνίσω ένα τσιγάρο, με είδε και ήρθε προς το μέρος μου λέγοντας «Μόλις τώρα συζητούσαμε για τον Γιούγκερμαν και συμφωνήσαμε με την παρέα μέσα ότι μόνο εσύ μπορείς να τον παίξεις». Τα βρήκαμε, δουλέψαμε πολύ ωραία στις πρόβες, βασιζόμενοι στον αυτοσχεδιασμό, και κύλησαν όλα ομαλά. Υπ’ όψιν ότι ο Δημήτρης, γενικά, δεν είναι και εύκολος άνθρωπος. Αλλά δεν είχαμε συγκρούσεις.

Τα τελευταία χρόνια έχεις καταπιαστεί με τους λεγόμενους μεγάλους ρόλους και τις πολύ ποιοτικές δουλειές. Έτσι φανταζόσουν ότι θα συμβούντα πράγματα;

Ό,τι έχω κάνει στη δουλειά μου, ακόμη και ρόλους που μπορεί να μην είχα ως πρώτη επιλογή και να δέχτηκα για τα χρήματα, το έκανα σαν να ήμουν σε ταινία του Scorsese ή του Jarmusch. Δηλαδή, από τη στιγμή που θα πω το «ναι» σε κάτι, θα δοθώ εξολοκλήρου. Η δουλειά του ηθοποιού είναι σαν το χρώμα σε έναν πίνακα. Θα κριθεί εκ των υστέρων, από το αποτέλεσμα. Αυτό που θέλω είναι να συνεχίσω να έχω πίστη στα πράγματα.

Πιστεύεις ότι είναι ευτυχία να δουλεύει κάποιος με τον Στάνκογλου;

Δεν μπορώ να σου το απαντήσω εγώ αυτό, αλλά σίγουρα είμαι ένας άνθρωπος που προσαρμόζεται. Όλα πιστεύω πως έχουν να κάνουν με την επικοινωνία. Καλό είναι να υπάρχει εμπιστοσύνη και να σε αφήνει ο σκηνοθέτης να τον ξεπεράσεις και λίγο. Γιατί εκεί πάνω (σ.σ. στη σκηνή) εσύ είσαι αυτός που πραγματικά έχει αντίληψη του τι συμβαίνει και τι περνά στον κόσμο. Ό,τι άλλο σου πει ο σκηνοθέτης είναι απλά για να σε βάλει κάτω από τη μασχάλη του, δηλαδή να σε μειώσει, ή επειδή εκείνη την ώρα δεν αντιλαμβάνεται την ενέργεια με το θεατή. Είμαι τυχερός γιατί μέχρι στιγμής έχω συνεργαστεί με καλούς σκηνοθέτες. Μπορώ να σκεφτώ τον Cezaris Grauzinis να μου δίνει την ελευθερία να κάνω πράγματα, τον Μιχαήλ Μαρμαρινό να με οδηγεί σε αυτοσχεδιασμούς που δεν θα επιχειρούσα ποτέ. Δεν θα ξεχάσω όταν πριν από δεκαπέντε χρόνια μού ζήτησε να του πω ένα παραμύθι. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα κανένα, γιατί ποτέ κανείς δεν μου διάβασε ένα παραμύθι.

Όταν ήσουν παιδί, δεν σου έλεγαν παραμύθια;

Καθόλου. Μου έλεγαν κάποιες ιστορίες που ήταν πολύ ρεαλιστικές, τρομακτικές θα έλεγα. Πράγματα που ήταν της ζωής και είχαν συμβεί στους γονείς μου. Εγώ τις μετέτρεπα σε παραμύθι.

Δεν μεγάλωσες δηλαδή όπως τα περισσότερα παιδιά, σε ένα προστατευμένο περιβάλλον, με ασφάλεια, φροντίδα, φαντασία καιπαραμύθια;

Τη φαντασία τη βρήκα μόνος μου. Εντελώς μόνος όμως. Μεγάλωσα κάπως σκληρά.

Ήταν σκληροί οι γονείς σου;

Ίσως ήταν οι πιο μαλακοί γονείς που υπάρχουν. Μου έδωσαν πολλή ελευθερία. Απλά δεν ήξεραν να λένε παραμύθια. Ήταν παραμύθι η ζωή τους. Το σκάσανε από τον Έβρο, έφτασαν μαζί στην Αθήνα να δουλέψουν για μια καλύτερη ζωή και το παραμύθι τους ήμουν εγώ, ας πούμε. Ο πρωτότοκος. Μετά ήρθε και η αδελφή μου. That’s the fairy tail.

Ως πατέρας δύο παιδιών σήμερα, είπες την ατάκα «Εγώ δεν θα κάνω στα παιδιά μου ό,τι έκαναν σε μένα οι γονείς μου»;

Λάθη πάντα θα κάνεις, δεν γίνεται αλλιώς, αυτή είναι η ζωή. Αλλά οι γονείς είναι μάστιγα. Το πιστεύω αυτό. Σαν μια αρρώστια πάνω στα παιδιά τους. Πρέπει να καταλάβουμε ότι τα παιδιά είναι έξω από εμάς, δεν μας ανήκουν. Και πρέπει να είσαι τρομερά ισορροπημένος άνθρωπος για να αφήσεις ένα παιδί να πετάξει. Εγώ αυτό θέλω να κάνω στα δικά μου. Να τους δώσω την ελευθερία να κάνουν ό,τι γουστάρουν στη ζωή τους.

Εσύ την είχες αυτή την ελευθερία;

Ναι, αλλά θα ήθελα να είχα δυο γονείς με μόρφωση και παιδεία, που δυστυχώς δεν είχαν. Βέβαια, είδαμε και τα παιδιά που είχαν για γονείς φιλοσόφους και καλούς δημοσιογράφους… Το πρόβλημα με τη διαπαιδαγώγηση είναι γενικό!

Με τη σύζυγό σου υπάρχει κοινή γραμμή στον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνετε τα παιδιά;

Σε γενικές γραμμές, το ’χουμε. Αλλά, ξέρεις, η καθημερινότητα είναι ο χειρότερος εχθρός. Πριν από τους γονείς, είναι η καθημερινότητα.

Πώς διαχειρίζεσαι αυτή την καθημερινότητα και τη ρουτίνα μέσα στο γάμο; Καμιά φορά δεν τεντώνει τις καταστάσεις;

Τεντώνομαι κι εγώ μαζί. (γέλια) Εντάξει, υπάρχουν φορές που λέω πράγματα που δεν ήθελα να πω, γίνομαι ο άνθρωπος που δεν ήθελα να γίνω, αλλά την ίδια στιγμή έχω το γνώθι σαυτόν και ζητάω «συγγνώμη».

Φαντάζομαι, με τα χρόνια γίνονται περισσότεροι και οι συμβιβασμοί, για να κρατηθεί ο γάμος.

Όπως και στις σχέσεις. Για μένα σχέση και γάμος είναι το ίδιο και το αυτό. Δεν μου λέει τίποτα ο γάμος ως θεσμός. Αυτά είναι παλιομοδίτικα πράγματα. Όπως λέει και ο Γιούγκερμαν, «Αυτά είναι παραμύθια των παλιών». Ωραία, λοιπόν, τα παραμύθια, αλλά θα ’θελα η ίδια η ζωή μου να είναι σαν παραμύθι.

Τι παραμύθι θα ήταν η ζωή σου;

«The weeping song», Nick Cave. Βασικά, ξέρεις τι θα ήθελα; Να ήταν η ζωή μου ένα παραμύθι χωρίς απωθημένα. Ένα παραμύθι χωρίς θρίλερ και αίματα. Ένα παραμύθι στο οποίο κατανοείς το αίμα, γιατί είσαι φτιαγμένος από αυτό.

Σκοτεινά κεφάλαια θα έχει;

Ποιο παραμύθι δεν έχει σκοτεινό κεφάλαιο; Όλα γύρω μας ένα παραμύθι είναι, η ίδια η ζωή που ζούμε. Παραμυθιάζουμε τον εαυτό μας. Κι εγώ κάθε μέρα πριν πάω στο θέατρο ένα παραμύθι λέω στον εαυτό μου: «Πήγαινε τώρα, κάνε τον Γιούγκερμαν, γιατί αυτό σε συντηρεί».

Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη στο People που κυκλοφορεί μαζί με το Έθνος της Κυριακής.