tsernobil people 152 (7)

Από τον Άγγελο Μήτση,

Ο 72χρονος Βλαντιμίρ Σεριογίν, ταγματάρχης της αστυνομίας, ήταν από τους πρώτους που βρέθηκαν στο πυρηνικό εργοστάσιο λίγες ώρες μετά την έκρηξη των αντιδραστήρων. Μιλώντας στο ελληνικό People, διηγείται όσα δεν θα ξεχάσει ποτέ από εκείνες τις ημέρες του Απριλίου του 1986 και εξηγεί ότι  πάντα θα μετανιώνει για τις αποφάσεις που πήρε εκείνες τις ημέρες.

Με αφορμή τη συμπλήρωση τριάντα χρόνων από το πυρηνικό ατύχημα στο Τσέρνομπιλ, ο Βλαντιμίρ Σεριογίν, που έζησε λεπτό προς λεπτό όσα διαδραματίστηκαν στο πυρηνικό εργοστάσιο, μιλάει στο People για την εμπειρία του ως ο άνθρωπος που έζησε από πρώτο χέρι τις δύσκολες εκείνες στιγμές.

Ο 72χρονος σήμερα Βλαντιμίρ Σεριογίν υπήρξε ταγματάρχης της αστυνομίας την εποχή που συνέβη το πυρηνικό ατύχημα που προκάλεσε τη μεγαλύτερη ίσως πυρηνική καταστροφή μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Ήταν ο άνθρωπος που στις 6.00 το πρωί προέτρεπε τον κόσμο στο Πρίπιατ της Ουκρανίας να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, παίρνοντας τα απολύτως απαραίτητα μαζί τους.

«Γεννήθηκα στη Ρωσία, αλλά μετά την αποφοίτησή μου από το λύκειο μετακόμισα στο Κίεβο. Από τότε ζω εδώ με την οικογένειά μου. Το σπίτι μου απέχει μερικά χιλιόμετρα από το Τσέρνομπιλ» διηγείται. Ο Βλαντιμίρ δεν θα ξεχάσει ποτέ το ατύχημα στο πυρηνικό εργοστάσιο, που ξεκίνησε από μία έκρηξη στους αντιδραστήρες στις 1.23 τα ξημερώματα της 26ης Απριλίου του 1986. «Δεν ακούστηκε ο παραμικρός θόρυβος εκείνο το βράδυ. Ήταν λίγο μετά τις 3.00 π.μ. όταν το υπουργείο Εσωτερικών Υποθέσεων κήρυξε συναγερμό και όλες οι υπηρεσίες ασφαλείας συγκεντρώθηκαν στη σημερινή νεκρή ζώνη του Τσέρνομπιλ» λέει στο People. «Η δική μου διμοιρία ήταν η πρώτη που κατέφτασε στο σημείο του ατυχήματος. Ήταν 6.00 τα ξημερώματα όταν έφτασα στη ζώνη που χώριζε το εργοστάσιο από τα σπίτια. Παντού υπήρχε καπνός, τόσο που με δυσκολία μπορούσε κανείς να δει καθαρά. Υπήρχαν λίγοι κάτοικοι στους δρόμους, έχοντας ζωγραφισμένη την απορία στο πρόσωπό τους, καθώς και κάποια μικρά παιδιά που έπαιζαν με τα χώματα χωρίς να έχουν αντιληφθεί το παραμικρό. Από την απέναντι πλευρά ήταν οι πυροσβέστες που έτρεχαν πανικόβλητοι για να σβήσουν τη φωτιά στους αντιδραστήρες».

tsernobil people 152 (4)

Ποιες ήταν οι αρμοδιότητές του εκείνη την κρίσιμη στιγμή; «Εγώ και η ομάδα μου έπρεπε να ενημερώνουμε τους κατοίκους στο Πρίπιατ να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους άμεσα λόγω διαρροής πυρηνικής ενέργειας. Δεν γνωρίζαμε τίποτα παραπάνω, ώστε να επισημάνουμε τη σοβαρότητα της κατάστασης. Σύμφωνα με την ενημέρωση που είχαμε κι εμείς από τα ανώτερα στελέχη, τους λέγαμε πως η εκκένωση ήταν προσωρινή και πως θα επέστρεφαν όλοι πίσω στα σπίτια τους μετά από τρεις μέρες, γι’ αυτό έπρεπε να πάρει ο καθένας τους δυο-τρεις πράγματα το πολύ. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ακολούθησε της διαταγές. Όμως, δεν ήταν λίγοι και αυτοί που αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους» αναφέρει. «Οι τότε αρχές είχαν φροντίσει να μη διαρρεύσουν περισσότερες πληροφορίες από όσες ήθελανγια το συμβάν. Δυστυχώς, επιστρατεύτηκε προσωπικό για να «σώσει» την κατάσταση, χωρίς να έχουν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα για να προστατευτεί η υγεία μας. Βέβαια, δεν γνώριζαν εξαρχής τα πραγματικά επίπεδα της ραδιενέργειας, οπότε υπήρχε ουσιαστικά άγνοια κινδύνου. Αρκεί να σκεφτείτε πως αρκετοί από τους πυροσβέστες που βρέθηκαν στο σημείο μηδέν του Τσέρνομπιλ δέχτηκαν τόσο υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας που κατέληξαν μετά από ώρες ή μέρες στα νοσοκομεία. Οι ενδείξεις στους μετρητές που φορούσαν δεν μπορούσαν καν να υπολογίσουν τα τόσο υψηλά ποσοστά ραδιενέργειας που δέχτηκαν».

Ο κόσμος δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη σοβαρότητα της κατάστασης, καθώς η κυβέρνηση είχε φροντίσει να την παρουσιάσει με διαφορετικό τρόπο μετά το ατύχημα στο πυρηνικό εργοστάσιο. «Ίσως έφταιγε και το ότι οι περισσότερες εφημερίδες, πριν το ατύχημα, περιέγραφαν την πυρηνική ενέργεια ως “ειρηνική ενέργεια”, πράγμα που βοήθησε στο να αποπροσανατολιστεί ο κόσμος. Εγώ ένας απλός άνθρωπος της αστυνομίας ήμουν, όχι επιστήμονας! Με το φτωχό μου το μυαλό, όμως, υπέθετα πως είχε συμβεί κάτι πολύ σοβαρότερο απ’ ό,τι μας είχε παρουσιαστεί» λέει.

«Η μόνη προστασία μας ήταν οι απλές μάσκες που χρησιμοποιούν όταν βάφουν ή για απλές εργασίες. Δεν υπήρχαν ούτε ειδικές στολές ούτε ειδικά παπούτσια! Μας έδωσαν απλά μια μικρή προστασία από τη σκόνη, αλλά και πάλι δεν έφταναν για όλους» διηγείται.

tsernobil people 152 (3)

Τα δικά του επίπεδα ραδιενέργειας μετρήθηκαν την επόμενη μέρα στο Τσέρνομπιλ από επιστήμονες. Θυμάται πως ήταν πολύ υψηλότερα από των συναδέλφων του, αλλά δεν έχει συγκρατήσει το νούμερο. Όταν επέστρεψε στο σπίτι του, μετά το τέλος της υπηρεσίας του την πρώτη μέρα, η γυναίκα του γνώριζε σχεδόν όσα κι εκείνος που είχε βρεθεί στο «πεδίο της μάχης». Όχι από τις ειδήσεις, καθώς γίνονταν πολύ περιορισμένες αναφορές στο ατύχημα ώστε να μην πανικοβληθεί ο κόσμος, αλλά από τηλεφωνήματα που είχε κάνει στις οικογένειες συναδέλφων του.

Οι επόμενες μέρες κύλησαν δύσκολα. Ο Βλαντιμίρ αισθανόταν ανήμπορος μπροστά σε όλη αυτή την καταστροφή και δεν μπορούσε να αποφασίσει ποιο ήταν το σωστό για την ίδια του την οικογένεια: «Τις περισσότερες ώρες της ημέρας τις περνούσα στο Πρίπιατ, όπου βοηθούσα στην εκκένωση της πόλης αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη ανάγκη προέκυπτε από το πυρηνικό εργοστάσιο. Δεν κοιμόμουν σχεδόν καθόλου εκείνο το διάστημα. Ένιωθα ανήμπορος να βοηθήσω ουσιαστικά όσους είχαν ανάγκη και παράλληλα αναρωτιόμουν αν έπρεπε να πάρω την απόφαση να φυγαδεύσω την οικογένειά μου μακριά από την περιοχή».

Ο Βλαντιμίρ, όπως μας λέει, θα καταλογίζει για πάντα ευθύνες στην τότε κυβέρνηση για τη «σιωπηρή» στάση που κράτησε και το μεγάλο λάθος που έγινε στον εορτασμό της Πρωτομαγιάς, λίγες ημέρες μετά το πυρηνικό ατύχημα. «Από την πρώτη κιόλας ημέρα είχε δοθεί η εντολή να εκκενωθούν όλες οι περιοχές που βρίσκονταν σε ακτίνα 30 χλμ. από το εργοστάσιο. Όπως φάνηκε αργότερα, κανείς δεν νοιάστηκε για τις πιο μακρινές περιοχές, που επηρεάστηκαν εξίσου από τη ραδιενέργεια. Τα επίπεδα της ραδιενέργειας ως και το Κίεβο χτυπούσαν κόκκινο. Κανείς δεν προστάτεψε αυτούς τους ανθρώπους όμως» διηγείται, συνεχίζοντας: «Λίγες ημέρες μετά το πυρηνικό ατύχημα, την 1η Μαΐου του 1986, οι σοβιετικές αρχές έπραξαν ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα, κατά τη γνώμη μου. Στην προσπάθειά τους να καταλαγιάσει ο απόηχος από το ατύχημα, κάλεσαν τον κόσμο να κατέβει στην παρέλαση για τον εορτασμό της Πρωτομαγιάς, ο οποίος κι έγινε στο Khreshchatyk, τον πιο κεντρικό δρόμο του Κιέβου, μήκους 1,2 χλμ. Αποτέλεσμα ήταν χιλιάδες κόσμος, ανάμεσά τους και παιδιά, να εκτεθεί σε θανατηφόρες δόσεις ραδιενέργειας. Σε εκείνη την παρέλαση βρέθηκα κι εγώ μαζί με τον 5 μόλις ετών τότε μικρότερο γιο μου. Κανείς μας δεν μπορούσε να φανταστεί σε τι κίνδυνο εκθέσαμε τις ζωές μας εκείνη τη μέρα».

Tsernobil 1

Παράλληλα δεν υπήρχε καμία οδηγία για το πώς θα έπρεπε να κινηθεί ο κόσμος τις επόμενες μέρες του ατυχήματος, για να περιορίσουν τον κίνδυνο προσβολής από τη ραδιενέργεια. «Συνεχίζαμε και αγοράζαμε φαγητά από τα καταστήματα, όπως και πριν! Τώρα, πώς ελέγχονταν τα προϊόντα αυτά για ραδιενέργεια δεν γνωρίζω. Μάλλον δεν γινόταν κανένας έλεγχος! Ξέρετε, εμπιστευόμασταν την τότε κυβέρνηση σχεδόν τυφλά. Μας έλεγαν πως δεν υπήρχε πρόβλημα με τα τρόφιμα κι εμείς τους πιστεύαμε. Όσοι γνωστοί μου είχαν καλλιέργειες προτιμούσαν να καταναλώσουν τα δικά τους προϊόντα και, φυσικά, αυτό ήταν τραγικό, αφού το έδαφος έσφυζε από ραδιενέργεια λόγω των βροχών και του αέρα». Όπως τονίζει, τα μόνα μέτρα προφύλαξης που λάμβαναν οι πολίτες ενάντια στην έκθεση στη ραδιενέργεια ήταν να μην ανοίγουν τα παράθυρα των σπιτιών και να τα πλένουν συχνά με νερό!

Τελικά, ο Βλαντιμίρ αποφάσισε να μεταφέρει την οικογένειά του σε πιο ασφαλές μέρος, όσο πιο μακριά μπορούσε από το Τσέρνομπιλ. «Στις 6 Μαΐου, λίγες μέρες μετά το ατύχημα, τους έστειλα σε συγγενείς στο Lugansk, 700 περίπου χλμ. από το Τσέρνομπιλ. Ήταν η ασφαλέστερη επιλογή που είχαμε τότε. Η οικογένεια έμεινε εκεί για όλο το καλοκαίρι. Εγώ δυστυχώς παρέμεινα στο Κίεβο, επειδή δεν μπορούσα να εγκαταλείψω τη δουλειά μου. Ωστόσο, δεν επέστρεψα ποτέ πίσω στη ζώνη του Τσέρνομπιλ» λέει.

Όπως χιλιάδες κόσμου, έτσι κι ο ίδιος δεν βγήκε αλώβητος από το τραγικό δυστύχημα. «Τα προβλήματα υγείας ξεκίνησαν την τελευταία μέρα που ήμουν στο Τσέρνομπιλ. Όταν έφευγε κάποιος από εκεί, έπρεπε πρώτα να περάσει από το “πλυντήριο”, δηλαδή να πλυθεί με νερό από πάνω ως κάτω. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας λιποθύμησα. Μέσα στα επόμενα χρόνια προσβλήθηκα από καρκίνο στον πνεύμονα. Έχω αναπηρία δεύτερης κατηγορίας και πολλά αναπνευστικά προβλήματα. Η γυναίκα μου και ο μικρότερος γιος μου εκδήλωσαν καρκίνο του θυρεοειδούς λίγα χρόνια μετά την πυρηνική έκρηξη. Πάλι καλά που δεν έχασαν τη ζωή τους, όπως πολλά άλλα αγαπημένα μου πρόσωπα».

tsernobil people 152 (8)

Παρά τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν, πριν από ένα χρόνο μπήκε στη διαδικασία και επισκέφθηκε ξανά –ίσως για τελευταία φορά, όπως μας λέει– το μέρος που τον στοιχειώνει μέχρι και σήμερα. «Ήταν πέρσι την άνοιξη, μέσω ενός τουριστικού γραφείου που οργανώνει σύντομες εκδρομές εκεί. Η διάρκειά τους είναι πολύ μικρή, καθώς, αν και έχουν περάσει τριάντα ολόκληρα χρόνια από τότε, ακόμα υπάρχει ο φόβος της έκθεσης στη ραδιενέργεια. Είχα να πατήσω το πόδι μου σε εκείνα τα χώματα από την 5η Μαΐου του 1986. Ήταν σαν να μπήκα στη μηχανή του χρόνου. Έβλεπα μπροστά μου να ζωντανεύουν όλες εκείνες οι κακές αναμνήσεις. Είχα θυμό, θλίψη, ένιωσα αφόρητη πίεση, μέχρι που ξέσπασα σε κλάματα μέσα σε ένα από τα εγκαταλελειμμένα σπίτια, που εγώ ο ίδιος είχα προτρέψει τους ιδιοκτήτες να εκκενώσουν». Όπως εξηγεί, «Η εικόνα που δεν θα φύγει ποτέ από το μυαλό μου είναι οι προσπάθειες που έκαναν οι άνθρωποι να περιορίσουν τη φωτιά στο μεταλλικό “βουνό” του τέταρτου αντιδραστήρα πετώντας σακιά με άμμο. Θέλω να ξέρετε πως αυτοί ήταν οι πραγματικοί ήρωες στο Τσέρνομπιλ!». Αν είχε την επιλογή, ομολογεί πως θα ήθελε να μην έχει ποτέ βρεθεί εκεί το ξημέρωμα της 26ης Απριλίου του 1986. «Σχεδόν όλοι μου οι φίλοι και συνάδελφοι, με τους οποίους περάσαμε μαζί εκείνες τις μέρες στο Τσέρνομπιλ, δεν υπάρχουν πια ανάμεσά μας. Οι περισσότεροι πέθαναν από καρκίνο. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που ζει μέχρι σήμερα, παρά τα πολλά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζω. Ξέρετε κάτι; Μετανιώνω που δεν προστάτευσα όπως έπρεπε από την πρώτη στιγμή την οικογένειά μου. Μετανιώνω όλα αυτά τα χρόνια ‒ από εκείνη την ημέρα και κάθε πρωί όταν ξυπνάω. Και θα το μετανιώνω για το υπόλοιπο της ζωής μου».

Όλα τα νέα, πλούσιο ρεπορτάζ, καθημερινές στιγμές διασήμων και ξεχωριστές στιγμές καθημερινών ανθρώπων στο People, που κυκλοφορεί αυτό το Σάββατο, μαζί με το Πρώτο Θέμα.