2

Μια φορά κι ένα καιρό πριν από 149 χρόνια ένα κοριτσάκι έπεσε σε μια λαγουδότρυπα, πέρασε από ένα καθρέφτη, γνώρισε ένα γάτο με μαγικές ιδιότητες και άκουσε τις συμβουλές μιας κάμπιας που μιλούσε. Η Αλίκη έπεσε στην χώρα των Θαυμάτων και μαζί της παρέσυρε πολλούς στον κόσμο των βιβλίων.

Ο Λιούις Κάρολ, κατά κόσμον Τσαρλς Λούτγουϊτζ Ντότζσον, εμπνευσμένος από τον πλατωνικό του έρωτα με τη μικρούλα Άλις Λίντελ δημιούργησε από μελάνι και χαρτί έναν ολόκληρο κόσμο που η τρέλα ήταν αδελφή της φαντασίας και το θάρρος έκανε στενή παρέα με τον φόβο. Ενάμιση αιώνα μετά η Χώρα των Θαυμάτων όχι μόνο δεν ξεχάστηκε άλλα συνεχίζει μέχρι σήμερα να αποτελεί έμπνευση και κύρια αναφορά κάθε καλλιτεχνικής έκφρασης. Συγγραφείς, ζωγράφοι, γλύπτες, μουσικοί, ζαχαροπλάστες πήραν κάτι από την πατρίδα του Τρελοκαπελά.

Τι είναι αυτό όμως που κάνει το έργο του Κάρολ διαχρονικά επίκαιρο; Γιατί μέχρι σήμερα η ελευθερία των πλασμάτων της χώρα των θαυμάτων παραμένει γοητευτική;

Η απάντησε έρχεται μέσα από την ίδια την ιστορία. Η “Αλίκη” είναι κάτι παραπάνω από έναν απλό χαρακτήρα παραμυθιού. Δεν δείχνει πως έχει κάποια ιδιαίτερη προσωπικότητα η ίδια. Τουλάχιστον αυτό καταλαβαίνεις σε μια πρώτη επιδερμική ανάγνωση. Δεν ταυτίζεσαι μαζί της αλλά με τον ίδιο της τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος της είναι αυτή. Η Αλίκη είναι ο Τρελοκαπελάς, η Αλίκη είναι η Ντάμα Κούπα, η Αλίκη ο βιαστικός Λευκός Λαγός, η Αλίκη και ο στωικός Αβεσσαλώμ.

Η “Αλίκη” είμαστε εμείς τις στιγμές των προσωπικών μας αδιεξόδων, τις στιγμές που μέσα στην κατάθλιψη παλεύουμε με όλους μας τους εαυτούς. Εκεί που χρειαζόμαστε το παράθυρο που θα μας οδηγήσει στο φως.

Ο βασικός λόγος που ο Κάρολ και οι ήρωες του είναι πιο ζωντανοί από ποτέ είναι πως περιγράφει την μάχη της ανθρώπινης φύσης με τα στεγανά της κοινωνίας που η ίδια δημιούργησε. Το κείμενο του συγγραφέα ανατρέπει την καθημερινότητα και σου λέει πως κάθε μέρα μπορείς να γιορτάζεις. Μπορεί τα γενέθλια να τα γιορτάζεις μία φορά το χρόνο, τα “Ξεγενέθλια” όμως 364. Σου δίνει να καταλάβεις πως αυτό που πραγματικά είναι ο καθένας κρύβεται πίσω από αυτά που η κοινωνία σε προστάζει να ακολουθήσεις και αυτή η ανάγκη είναι σχεδόν αναλλοίωτη μέσα στους αιώνες.

Αγαπάμε την Αλίκη γιατί αποδέχτηκε το ταξίδι μέσα στη φανταστική της χώρα, αγαπάμε τον Τρελοκαπελά γιατί απορούσε πως “ένα κοράκι μοιάζει με ένα γραφείο” κι ας μην υπήρχε απάντηση, αγαπάμε την Ντάμα Κούπα γιατί έβαψε τα λευκά τριαντάφυλλα της κόκκινα αντί να φυτέψει καινούργια. Αγαπάμε την Κάμπια γιατί μας θυμίζει πως δεν πρέπει να χάνουμε την “περισσοτερότητά” μας.

Δεν χρειάζεται να ανησυχείς όταν αρχίζεις και διαφοροποιείσαι από τους πολλούς. Επειδή δεν το κάνουν οι πολλοί δεν πάει να πει πως δεν μπορείς να το κάνεις κι εσύ. Επειδή οι πολλοί δεν κυνηγούν μια αλλιώτικη ζωή δεν απαγορεύεται να την ζήσεις εσύ. Επειδή οι πολλοί έχουν μάθει να συμβιβάζονται δεν πάει να πει πως θα συμβιβαστείς κι εσύ.Επειδή οι πολλοί έχουν μάθει να χάνουν δεν πάει να πει πως θα χάνεις κι εσύ.

Μας διδάσκει πως η κάθε μέρα αν το επιλέξεις μπορεί να είναι διαφορετική. Μας διδάσκει πως δεν έχει νόημα να ασχολείσαι σήμερα με το “χθες” γιατί πολύ απλά δεν είσαι ο άνθρωπος που ήταν “χθες”.

Είσαι ελεύθερος και μπορείς μέρα την ημέρα να πετάς ότι δεν σου αρέσει από πάνω σου. Σε έπεισαν ότι δεν μπορείς, για να μην αρχίσεις να το θέλεις.

Η Χώρα των Θαυμάτων νομιμοποιεί το μη συνηθισμένο και μας αποκαλύπτει τη μεγαλύτερη πλάνη στην ανθρώπινη ιστορία. Αυτό που ορίζουμε ως φυσιολογικό δεν υπάρχει.